alampasis@gmail.com
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΑΠΕΖΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΑΠΕΖΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

Δάνεια σε ελβετικό Φράγκο: Δημοσίευση της ΝΕΑΣ αγωγής με καταψηφιστικό αποζημιωτικό αίτημα για την ζημία από την προσδοκία βέβαιου κέρδους από το κλείδωμα της ισοτιμίας Euro/CHF στο χρόνο εκταμίευσης του δανείου, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα λειτουργίας της σύμβασης κατ’ εφαρμογή τών αναγκαστικού δικαίου διατάξεων τής υπ’ αρίθμ. 2501/31.10.2002 Πράξης του Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδος

 


Το δικόγραφο της αγωγής δημοσιεύεται εδώ

Κύρια βάση της καταψηφιστικής αγωγής είναι οι   α ν α γ κ α σ τ ι κ ο ύ   δ ι κ α ί ο υ   διατάξεις  της  υπ’ αρίθμ. 2501/31.10.2002 (ΦΕΚ Α' 277/18-11-2002) Πράξη του Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδος, κεφάλαιο Β’, παράγραφος 2, περιπτώσεις (x) και (xi), με θέμα  «Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους», η ελάχιστη ενημέρωση που  ο φ ε ί λ ο υ ν  να παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα ως προς τις χορηγήσεις δανείων σε ξένο νόμισμα, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνει: «… (xi) Τη   δ υ ν α τ ό τ η τ α  και το   κ ό σ τ ο ς  χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή και των επιτοκίων».

Περισσότερα εδώ

Δάνεια σε ελβετικό Φράγκο: Δημοσίευση της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης (άρθρα 933, 934 ΚΠολΔ)

 


Σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά το άρθρο 933 είναι παραδεκτή, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.

Η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού και της κατακυρωτικής (κατ’ άρθρα 933 και 934 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)  μετά  τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση, επί ποινή απαραδέκτου της ανακοπής, εγγράφεται υποχρεωτικά, εντός 30 ημερών στη μερίδα του ακινήτου στο κτηματολόγιο, και πλέον εμφανίζεται ως βάρος στο ακίνητο.

Το δικόγραφο της ανακοπής δημοσιεύεται εδώ

Δάνεια σε ελβετικό Φράγκο: Δημοσίευση της ανακοπής κατά του εκτελεστού τίτλου τής περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης περί βίαιης αποβολής του καθ’ ού η εκτέλεση από το πλειστηριασθέν (άρθρα 933, 934, 936 και 1005 ΚΠολΔ)

 


Το δικόγραφο της ανακοπής δημοσιεύεται εδώ

Κατά το άρθρο 1005 παρ.1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, με την κατακύρωση δε και αφότου μεταγράφει η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, ενώ κατά την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός, με βάση τον οποίο μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του εναντίον εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των διαδόχων του. Ενόψει των ανωτέρω η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης ρητά ανάγεται από το νόμο σε τίτλο εκτελεστό, ο οποίος στηρίζει  ν έ α   διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, με βάση την οποία ο υπερθεματιστής επιδιώκει να αποκτήσει, πέραν από την κυριότητα του πράγματος, που έχει ήδη αποκτήσει με τη μεταγραφή, και την κατοχή του.

Περισσότερα εδώ

 

Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

Οι Συμβάσεις Στεγαστικού Δανείου σε Συνάλλαγμα Ελβετικού Φράγκου υπό το πρίσμα (α) της τελευταίας απόφασης του ΔΕΚ στην υπόθεση C-81/19 NG και OH κατά SC Banca Transilvania SA και (β) της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 4/2019 απόφασή της



Με την υπ’ αρίθμ. 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδος ορίστηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ελάχιστη ενημέρωση που οφείλουν να παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα ως προς τις χορηγήσεις δανείων σε ξένο νόμισμα που πρέπει να περιλαμβάνει τη  δ υ ν α τ ό τ η τ α  και το   κ ό σ τ ο ς  χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, τόσο για τις καταβαλλόμενες  δ ό σ ε ι ς  όσο και για το άληκτο  κ ε φ ά λ α ι ο. 

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

Το φαινόμενο του χωρισμού των αγωγικών βάσεων στις δίκες μεταξύ δανειοληπτών και τραπεζών. Η Έφεση κατά απόφασης που διατάσσει το χωρισμό αντιφατικών τάχα αγωγικών βάσεων, επί αγωγής αρθρ. 70 ΚΠολΔ με την οποία ζητείται (α) ακύρωση των πληττόμενων με την αγωγή όρων της σύμβασης του δανείου (ν. 2251/1994) και (β) κούρεμα του δανείου λήγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών (288, 388 του ΑΚ)


Ζητήθηκε για σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με αναγνωριστική αγωγή (70 ΚΠολΔ): (α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα των πληττόμενων με την αγωγή όρων και, δυνάμει του άρθρου 181 ΑΚ, σε συνδυασμό με το ότι στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για προδιατυπωμένη σύμβαση, οι όροι της οποίας δεν επιδέχονται διαπραγμάτευσης, η σύναψη της οποίας δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος, να αναγνωριστεί η ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, (β) Να αναγνωριστεί αναδρομικά από την υπογραφή της σύμβασης και το άνοιγμα του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού ότι το δάνειο θα αποπληρωθεί χωρίς να εφαρμοστούν οι πληττόμενοι ως άκυροι όροι και ως εκ τούτου κατόπιν δικαστικού επανακαθορισμού του ύψους της συνολικά υπολειπόμενης οφειλής να αναπροσαρμοστεί το κατάλοιπο, (γ) Να υποχρεωθεί η τράπεζα να αποδέχεται στο μέλλον την εκπλήρωση της οφειλής των εναγόντων, όπως αυτή θα αναπροσαρμοστεί από το Δικαστήριο, χωρίς να εφαρμόζει τους πληττόμενους όρους, (δ) Να υποχρεωθεί η Τράπεζα να προβεί αναδρομικά, από την υπογραφή της σύμβασης και το άνοιγμα του αλληλόχρεου λογαριασμού της πίστωσης, στον υπολογισμό του ποσού που αχρεωστήτως οι εναγόμενοι κατέβαλλαν, λόγω της εφαρμογής των πληττόμενων ως άκυρων όρων, και να αφαιρεθεί αυτό από το κατάλοιπο εντόκως, ε)  Να υποχρεωθεί η Τράπεζα να αναπροσαρμόσει το κατάλοιπο του λογαριασμού με  διαγραφή του 37% του ποσού του καταλοίπου του λογαριασμού λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών (288, 388 ΑΚ), πρόσθετα δε να αναπροσαρμοστεί το κατάλοιπο, αφαιρούμενων των χρεώσεων που έλαβαν χώρα δυνάμει εφαρμογής των προσβαλλόμενων όρων της σύμβασης.

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Δάνεια σε ελβετικό Φράγκο: Αίτηση Ανάκλησης μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που αναστέλλει την έκδοση απόφασης μέχρι το ζήτημα να κριθεί από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου



Χιλιάδες υποθέσεις δανειοληπτών σε ελβετικό Φράγκο έχουν “παγώσει” στα Πρωτοδικεία όλης της χώρας, με δικαστικές αποφάσεις οι οποίες μη νόμιμα αναστέλλουν την έκδοση οριστικής απόφασης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου… Οι αποφάσεις αυτές είναι πρόδηλα εσφαλμένες. Για τους λόγους αυτούς δημοσιεύω σήμερα αίτηση ανάκλησης μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου για δάνεια σε CHF.

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Εσφαλμένες οι αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων που αναστέλλουν (κατ’ άρθρο 249 του Κ.Πολ.Δικ.) την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου



1. Επειδή με τον όρο Νομολογία χαρακτηρίζεται η δια δικαστικών αποφάσεων ερμηνεία και εφαρμογή των Νόμων, που  λαμβάνουν το όνομα του αρμόδιου δικαστηρίου που τις εκδίδει. Η νομολογία στη χώρα μας, σε αντίθεση με άλλα δίκαια (π.χ. αγγλοσαξονικό), δεν αποτελεί άμεση πηγή δικαίου ούτε συντελεί στη διαμόρφωση δικαίου αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως έμμεση πηγή δικαίου. Δεν αναγνωρίζεται δηλαδή ως τυπική πηγή δικαίου και δεν έχει ισχύ κανόνα δικαίου. Ιστορικά άλλοτε ίσχυσε κατ’ έκταξη του γραπτού δικαίου, άλλοτε ίσχυε ως εθιμικό δίκαιο και άλλοτε είχε απλώς πνευματικό κύρος (force de raison ecrite) (Τσάτσος Κ. ”Το πρόβλημα των πηγών Δικαίου”, Τεύχος Α, Εκδ. Παπαδόγιαννη, 1941, Επανέκδοση, Κλασσική Νομική Βιβλιοθήκη, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, σελ.238). Έτσι ούτε αυτή καθεαυτή η νομολογία αλλά ούτε και οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου μπορούν να εξομοιωθούν με τους κανόνες δικαίου. Ο κάθε δικαστής είναι ελεύθερος να κρίνει προκειμένου να δώσει νομική λύση επί των υποβαλλομένων σ΄ αυτόν νομικών διαφορών, έστω και αν άλλο δικαστήριο (ακόμη και ανώτερο) έχει δώσει σε όμοια περίπτωση διαφορετική νομική λύση.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Υπαγωγή των βιοτικών σχέσεων της διαφοράς από Συμβάσεις Στεγαστικών Δανείων σε Συνάλλαγμα Ελβετικού Φράγκου, στους εφαρμοστέους κανόνες του ενωσιακού δικαίου και ιδίως στις διατάξεις της Οδηγίας 1993/13/ΕΟΚ όπως ερμηνεύεται σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου



Από την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου προκύπτει ότι, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστική ρήτρα περί ανάληψης από τον καταναλωτή ολόκληρου του συναλλαγματικού κινδύνου σε Συμβάσεις Στεγαστικού Δανείου σε Συνάλλαγμα Ελβετικού Φράγκου που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι ο όρος «κύριο αντικείμενο της συμβάσεως» κατά τη διάταξη αυτή καλύπτει συμβατική ρήτρα, όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία ετέθη σε σύμβαση δανείου συνομολογηθείσα σε ξένο νόμισμα μεταξύ της αντιδίκου Τράπεζας ως επαγγελματία και ημών ως καταναλωτών, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως, και κατά την οποία το δάνειο πρέπει να εξοφληθεί στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο συνομολογήθηκε, δεδομένου ότι η εν λόγω ρήτρα καθορίζει κύρια παροχή χαρακτηρίζουσα τη συγκεκριμένη σύμβαση [υπόθεση C 186/16, Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ. κατά Banca Românească SA].

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Δάνεια σε ελβετικό Φράγκο: Ο κίνδυνος για τους δανειολήπτες από τις δικαστικές αποφάσεις που κρίνουν σύμφωνη με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο τη «συμπλήρωση της δανειακής σύμβασης σύμφωνα το άρθρο 200 του Αστικού Κώδικα.»





Η απόφαση 356/2018 του Εφετείου Ναυπλίου για δάνειο σε ελβετικό Φράγκο, που εξαφανίζει την πρωτόβαθμη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που απέρριψε την αγωγή δικηγόρου. Δεκτοί όλοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας δικηγόρου. Επαναφορά της  συναλλακτικής ισοτιμίας των δύο νομισμάτων στην ισοτιμία που ίσχυε και εφαρμόσθηκε  κατά την ημερομηνία της εκταμίευσης. Η προβληματική διατύπωση του Εφετείου Ναυπλίου σύμφωνα με την οποία «…πρέπει το κενό στις επίδικες δανειακές συμβάσεις να  σ υ μ π λ η ρ ω θ ε ί.» !  Ο  κ ί ν δ υ ν ο ς  για τους δανειολήπτες από τυχόν απόφαση του Αρείου Πάγου που κρίνει σύμφωνη με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο τη «σ υ μ π λ ή ρ ω σ η  της δανειακής σύμβασης σύμφωνα το άρθρο 200 του Αστικού Κώδικα.»

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Η επιχειρούμενη τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του νόμου περί «Προστασία των καταναλωτών»



1. Η παρ. β του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993  σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, ορίζει ότι: Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως: α)... β) "καταναλωτής": κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Περαιτέρω, το άρθρο 8 της ίδιας Οδηγίας, ορίζει ότι:  Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.

2. Η παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν 2251/1994 (νόμος περί προστασίας καταναλωτή, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993), μετά την τροποποίηση του με το Ν. 3587/2007 με την προσθήκη, με το άρθρο 1 § 5 του Ν 3587/2007, της περ. ββ στο άρθρο 1 § 4α του Ν 2251/1994, ορίζει ότι: α) Καταναλωτής, είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του.

3. Η επιχειρούμενη τροποποίηση και συμπλήρωση της παραπάνω διάταξης του νόμου περί «Προστασία των καταναλωτών» (ν. 2251/1994), επιχειρείται με πρόσθεση μετά το  άρθρο 1 του ν. 2251/94  άρθρου 1α ως εξής: “«καταναλωτής» είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα”. Κατόπιν της επιχειρούμενης τροποποίησης και συμπλήρωσης της παραπάνω διάταξης  ο ορισμός «καταναλωτής» διαφοροποιείται ΠΛΉΡΩΣ από τον ορισμό που ισχύει σήμερα, τόσο στο εθνικό όσο και στο ενωσιακό δίκαιο.

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Το ζήτημα της σώρευσης αναγνωριστικής αγωγής σε ανακοπή των άρθρων 632, 933


Ζητήθηκε με ανακοπή των άρθρων 632, 933 η ακύρωση της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή, με την οποία οφειλέτες από σύμβαση στεγαστικού δανείου επιτάσσονται να καταβάλουν  ποσό σε ελβετικά Φράγκα (CHF), προς ικανοποίηση απαίτησής της καθής Τράπεζας προερχομένης από σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ελβετικά Φράγκα (CHF).

Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Η 1611/2017 απόφαση – σταθμός του Εφετείου Αθηνών


Οι ανακόπτοντες (νυν εκκαλούντες), με ανακοπή τους, την οποία απηύθυναν κατά της καθής η ανακοπή Τράπεζας (ήδη εφεσίβλητης) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, την ακύρωση της πληττόμενης με την ανακοπή διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος τους, μετά από αίτηση της καθής Τράπεζας, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, ο μεν πρώτος εξ' αυτών ως πρωτοφειλέτης, ο δε δεύτερος ως εγγυητής, ποσό ελβετικών φράγκων στο ισάξιο τους σε ευρώ με την επίσημη ισοτιμία ελβετικού φράγκου (CHF - EURO), κατά την ημέρα πληρωμής τους.

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Επιχειρηματικά δάνεια: Ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από πρόδηλα σφάλματα της Δικαιοσύνης. Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το ζήτημα, αν ο όρος «καταναλωτής» περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, όταν οι τελευταίοι συνάπτουν συμβάσεις για τις επαγγελματικές τους ανάγκες


1. Αναφορικά με το νομικό ζήτημα σχετικά με το αν «καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης υπηρεσιών-προϊόντων Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση» ή αν «μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή», υφίσταται διάσταση απόψεων τόσο στην εθνική νομολογία όσο και στη θεωρία. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη στην νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ και που αποτελεί την πλειοψηφία των αποφάσεων που εκδόθηκαν, «ουσιαστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό του συμβαλλόμενου, ως καταναλωτή πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού, ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Επομένως, μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικούς ασθενέστερο μέρος. Η ηθελημένη από τις διατάξεις αυτές ιδιαίτερη προστασία δεν δικαιολογείται στη περίπτωση συμβάσεων που έχουν ως σκοπό την επαγγελματική δραστηριότητα. (…) εννοιολογικός πυρήνας του ορισμού του καταναλωτή, αποτελεί η μη ικανοποίηση, επαγγελματικών αναγκών με τη σύναψη της σύμβασης. Συνεπώς, ο όρος καταναλωτής περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, εφόσον οι τελευταίοι συνάπτουν συμβάσεις για τις ιδιωτικές τους ανάγκες». Πρόκειται για πεπλανημένες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Η ΑΠΆΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΆΝΕΙΑ ΣΕ ΕΛΒΕΤΙΚΌ ΦΡΆΓΚΟ


Για πέμπτο συνεχή χρόνο σέρνεται στα ελληνικά δικαστήρια το μέγα καταναλωτικό σκάνδαλο των δάνειων σε ελβετικό Φράγκο. Μετά από χιλιάδες αγωγές και αρκετές δικαστικές αποφάσεις που κάνουν δεκτές αγωγές (αν και ελάχιστες ποσοστιαία σε σύγκριση με τις χιλιάδες που απορρίπτονται), τα δικαστήρια διυλίζουν τον κώνωπα, μετατρέποντας σε σίριαλ ένα ζήτημα που λύνεται σε δύο γραμμές: "Βάσει της ΠΔΤΕ 2501/2002 οι τράπεζες είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου. Συνεπώς η (όποια) ζημιά είναι όλη των τραπεζών". Ωστόσο από τις αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί ΚΑΜΊΑ  δεν κάνει ρητή μνεία στην ΠΔΤΕ 2501/2002 με ρητή αναφορά στην παρ. 2 στοιχ. χϊ, που αποτελεί τον πυρήνα της υπόθεσης. Αν είχαμε δει τέτοια απόφαση θα μιλούσαμε για δικαίωση των δανειοληπτών που δανειστήκαν σε ελβετικό φράγκο. Τα παραπάνω ισχύουν και για τις Διαταγές Πληρωμής από Συμβάσεις Δανείων σε Συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου. Τα Πρωτοδικεία  εκδώσαν χιλιάδες διαταγές πληρωμής κατά δανειοληπτών, ΔΙΧΩΣ από τα έγγραφα που οι τράπεζες προσκόμισαν να προκύπτει ότι τήρησαν την υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες, για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου που απορρέει από την παρ. 2 στοιχ. χϊ της ΠΔΤΕ 2501/2002.

Δανειολήπτης που έχασε το σπίτι του λόγω καταχρηστικής ρήτρας περί ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου σε σύμβαση δανείου σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, παραπονέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή  ότι τα ελληνικά δικαστήρια δεν εφαρμόζουν την οδηγία 93/13/ΕΟΚ, βάσει της οποίας, όπως ερμηνεύεται σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αποτιμούν ΑΥΤΕΠΑΓΓΈΛΤΩΣ (με δική τους πρωτοβουλία) κατά πόσον οι τυποποιημένες ρήτρες συμβάσεων είναι δίκαιες και να κηρύττουν άκυρες όσες είναι καταχρηστικές, βοηθώντας με τον τρόπο αυτό τους καταναλωτές/πολίτες. Ότι ο εθνικός δικαστής που επιλήφθηκε της αιτήσεως για την έκδοση της διαταγής πληρωμής όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας όταν διέθετε όλα τα προς τούτο αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περί ανάληψης από τον καταναλωτή συναλλαγματικού κινδύνου σε σύμβαση  δανείου σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η ελάχιστη ενημέρωση για την δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. 2 στοιχ. χϊ ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002).  Ότι ο δικαστής όφειλε να ΑΡΝΗΘΕΊ την έκδοση Διαταγής Πληρωμής ΠΡΙΝ ακόμη ο δανειολήπτης  ασκήσει ανακοπή (υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino). Ότι τα δικαστήρια σε Αθήνα και Βόλο που δίκασαν τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων  όφειλαν να εξακριβώσουν αυτεπαγγέλτως ποιοι είναι οι εθνικοί κανόνες δικαίου που έχουν εφαρμογή στις  συμβάσεις  δανείων σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου και να διατάξουν την αναστολή εκτέλεσης τόσο της διαταγής πληρωμής όσο και κάθε πράξης εκτέλεσης, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και, ιδίως, την ελάχιστη ενημέρωση σχετικά με τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. 2 στοιχ. χϊ ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002) στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος, και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το ελληνικό δίκαιο μεθόδους ερμηνείας, να διασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 και να καταλήξουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή (υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino, και απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2012, C 282/10, Dominguez). Ότι η έκδοση της Διαταγής Πληρωμής και η απόρριψη των αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης, δίχως να προηγηθεί αυτεπάγγελτος και προληπτικός δικαστικός έλεγχος του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί ανάληψης από τον καταναλωτή συναλλαγματικού κινδύνου σε σύμβαση δανείου σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, παραβιάζει ΚΑΤΑΦΩΡΑ το κοινοτικό δίκαιο, επειδή η σχετική Διαταγή Πληρωμής και οι απορριπτικές αποφάσεις επί των αιτήσεων αναστολής εκδοθήκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ, Brasserie du pêcheur και Factortame). Πρόκειται δλδ για πεπλανημένες δικαστικές αποφάσεις της ελληνικής Δικαιοσύνης που εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Με βάση τις παραπάνω πρακτικές που, κατά την άποψη του πελάτη μου, συνιστούν παράβαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα, αφού η προσβολή  συνίσταται, σε  μια εκτεταμένη δικαστική πρακτική που ωφελεί τις Τράπεζες επί ζημία των δανειοληπτών, πρακτική που δεν είναι σύμφωνη προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποβλήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2016 έγγραφη καταγγελία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με θέμα: «Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, και ιδιαιτέρως των κανόνων του ανταγωνισμού, στις σχέσεις της Ελλάδας με τις τέσσερις συστημικές Τράπεζες στις οποίες χορηγείται (ατύπως) ειδικά διαφοροποιημένη μεταχείριση τους από τα εθνικά δικαστήρια, κατά τη δικαστική επιδίωξη είσπραξης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, που καθιστούν δυσχερή την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, και ιδίως του άρθρου 86 της Συνθήκης. Παραβίαση των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, λόγω  ευνοϊκής μεταχείρισης των ελληνικών συστημικών τραπεζών από  τα εθνικά  δικαστήρια, με έκδοση αποφάσεων (υπέρ των τραπεζών) που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδίδονται κατά προφανή αντίθεση προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας καταναλωτών)». (η καταγγελία εδώ)

1) Επί του παραπάνω σκέλους της καταγγελίας , η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είπε ότι,

«Παρόλο που ρητά ισχυρίζεστε παραβίαση των άρθρων 106 και 107 της ΣΛΕΕ από την Ελλάδα, δεν παρέχετε καμία περαιτέρω εξήγηση στην καταγγελία σας ως προς το σε τι θα μπορούσαν να συνίστανται αυτές οι παραβιάσεις. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι δεν έχετε εκθέσει τους προβληματισμούς σας όσον αφορά τον ανταγωνισμό, μας είναι αδύνατο να προχωρήσουμε σε εκτίμηση.».

2) Επί του σκέλους της καταγγελίας σχετικά με την υποχρέωση αυτεπάγγελτου  και προληπτικού  ελέγχου από τα ελληνικά δικαστήρια του καταχρηστικού χαρακτήρα των όρων σε συμβάσεις  δανείων σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είπε ότι,

Α) «Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), “το άρθρο 6 παρ. 1, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες στις καταναλωτικές συμβάσεις, πρέπει να ερμηνεύεται με την έννοια ότι μια καταχρηστική συμβατική ρήτρα δεν είναι δεσμευτική για τον καταναλωτή, και δεν είναι απαραίτητο, εν προκειμένω, για τον εν λόγω καταναλωτή να έχει επιτυχώς προσβάλει την εγκυρότητα μιας τέτοιας ρήτρας εκ των προτέρων. [..] Το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας, όπου αυτό έχει στη διάθεσή του τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που είναι αναγκαία για αυτό το σκοπό. Όταν κρίνει ότι μια τέτοια ρήτρα είναι καταχρηστική, οφείλει να μην την εφαρμόζει, εκτός εάν ο καταναλωτής αντιτίθεται σε αυτή τη μη εφαρμογή. […]”».

Β) «Η προαναφερθείσα υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα των όρων των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές έχει επίσης επιβεβαιωθεί από το ΔΕΕ όσον αφορά έναν συγκεκριμένο τύπο δικαστικής διαδικασίας, όπως είναι η διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Επιπλέον, σύμφωνα με το ΔΕΕ αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι μία καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ ενός πωλητή ή προμηθευτή και ενός καταναλωτή είναι άκυρη, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να έχει δικαίωμα – κατ’ αρχήν – από την εθνική νομοθεσία να τροποποιήσει τη σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο της εν λόγω ρήτρας».

[Σημείωση δική μου: Κατόπιν των προεκτεθέντων, η ζημιά από την ισοτιμία Ευρώ/ελβετικού Φράγκου είναι ΟΛΗ της Τράπεζας. Δεν μπορούν τα ελληνικά δικαστήρια να αναθεωρήσουν τις συμβάσεις των καταναλωτών με τις τράπεζες, ούτε να συμπληρώσουν τη σύμβαση ΜΟΙΡΆΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΖΗΜΙΆ μεταξύ τραπεζών και καταναλωτών, διότι αυτό ΑΝΤΙΒΑΊΝΕΙ στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013. «Μη δυνατότητα τροποποίησης από τα ελληνικά δικαστήρια ρήτρας περί ανάληψης  συναλλαγματικού κινδύνου» , σημαίνει ότι, τα ελληνικά δικαστήρια ΔΕΝ μπορούν  να τροποποιήσουν  (ΕΜΜΈΣΩΣ ή ΑΜΈΣΩΣ) τις συμβάσεις δανείων σε ελβετικό Φράγκο , πχ καταλογίζοντας συνυπαιτιότητα στους δανειολήπτες αναφορικά με «την υποχρέωση του καταναλωτή να  επιδείξει την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να δείξει» , ούτε, ασφαλώς,  τυχόν τέτοιος δικανικός συλλογισμός περί …. «προσοχής» και… «υπευθυνότητας» κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, δύναται να  εκληφθεί  από τη νομοθετική  εξουσία  ως ΈΜΜΕΣΗ δικαστική τροποποίηση της  σύμβασης, αναθεωρώντας η πολιτεία  (νομοθετικά) το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, διότι τα παραπάνω ΑΝΤΙΒΑΊΝΟΥΝ στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013. Τέλος, από τη διατύπωση του απαντητικού εγγράφου της Ε.Ε. σύμφωνα με την οποία,  «(…) αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι μία καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ ενός πωλητή ή προμηθευτή και ενός καταναλωτή είναι άκυρη, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να έχει δικαίωμα – κατ’ αρχήν – από την εθνική νομοθεσία να τροποποιήσει τη σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο της εν λόγω ρήτρας», προκύπτει ότι τα  ελληνικά δικαστήρια ΕΊΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΈΝΑ, κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013, ΝΑ ΜΗΝ εφαρμόσουν τυχόν νόμο του ελληνικού κράτους που ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΊ ρήτρα περί ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου σε  συμβάσεις   δανείων σε ελβετικό Φράγκο, εφόσον το  εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η ενλόγω καταχρηστική ρήτρα είναι άκυρη]

Γ) «Όσον αφορά την αξιολόγηση των ειδικών συμβατικών όρων, θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι στην Υπόθεση C-26/13 «Árpád Kásler» το ΔΕΕ αναφέρει ότι “[...] το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι όσον αφορά συμβατική ρήτρα, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των ρητρών επιβάλλει όχι μόνο οι ρήτρες να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον η σύμβαση να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος που προβλέπει η επίμαχη ρήτρα καθώς και τη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που τα ανωτέρω συνεπάγονται γι’ αυτόν.”

«Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερθείσα νομολογία του ΔΕΕ και όλες τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσής σας να καθορίσει αν οι συμβατικές ρήτρες που περιλαμβάνονται στη σύμβαση δανείου που έχετε συνάψει με την Τράπεζα πληρούν τα κριτήρια για να χαρακτηριστούν ως καταχρηστικές σύμφωνα με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, όπως έχουν μεταφερθεί στην ελληνική εθνική έννομη τάξη».

Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  στην αγγλική γλώσσα (πρωτότυπο) , εδώ


Ακριβής μετάφραση της απάντησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  στην ελληνική γλώσσα, εδώ

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Δεν συντρέχει περίπτωση συνάψεως συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, όταν η συνδέουσα τα συμβαλλόμενα μέρη, έννομη σχέση, δεν είναι τραπεζικό άνοιγμα πιστώσεως, αλλά αντιθέτως, κοινός δανεισμός


Στην περίπτωση κατά την οποία, δεν είναι επιτρεπτό οι δοσοληψίες των  συμβαλλόμενων μέρων δανειολήπτη και Τράπεζας, να εξυπηρετούνται μέσω αλληλόχρεου λογαριασμού, η τήρηση αυτού δεν είναι σύννομη, και τούτο, ανεξάρτητα από την τυχόν ύπαρξη ή μη σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών, κατά τα οριζόμενα σε προδιατυπωμένη τραπεζική σύμβαση δανεισμού. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση συνάψεως συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, όταν η συνδέουσα τα συμβαλλόμενα μέρη, έννομη σχέση, δεν είναι τραπεζικό άνοιγμα πιστώσεως, αλλά αντιθέτως, κοινός δανεισμός, όταν, δηλαδή, η μεν δανείστρια τραπεζική εταιρεία, εφάπαξ ή τμηματικά, καταβάλει το ποσό του δανείου στον δανειολήπτη, ο δε τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το επιστρέψει, ομοίως, εφάπαξ ή τμηματικά.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Υποχρεωτικός ο προληπτικός δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας σύμβασης συναφθείσας μεταξύ τράπεζας και καταναλωτή πριν την έκδοση διαταγής πληρωμής


- Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)  με την απόφασή του της 14ης Ιουνίου 2012 στην υπόθεση C-618/10, Banco Espahol de SA κατά Joaquin Calderon Camino, ως προς τους  καταχρηστικούς όρους  μιας σύμβασης δανείου στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής και τις αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου αποφάνθηκε ότι:

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Η εκκρεμοδικία στη δίκη της ανακοπής, όταν η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής έχει προηγηθεί της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής. Η δικαιοδοτική κρίση των δικαστηρίων που δικάζουν την ανακοπή και, (α) απορρίπτουν το λόγο ανακοπής περί εκκρεμοδικίας, (β) αναστέλλουν τη συζήτηση κατ' άρθρ. 249 ΚΠολΔ


Όταν με λόγο της ανακοπής και δη κατά την κύρια βάση αυτού, ο ανακόπτων εκθέτει, ότι η ανακοπτόμενη διαταγή  πληρωμής, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε ο ίδιος να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα οφειλόμενο ποσό  πλέον τόκων και εξόδων, βάσει σύμβασης τραπεζικού δανείου, πρέπει ν' ακυρωθεί, διότι, αναφορικά με τον καθορισμό του ύψους του οφειλόμενου από την ανωτέρω σύμβαση, έχει ήδη ασκήσει προηγουμένως (ο ανακόπτων) αγωγή ενώπιον αρμόδιου κατά τόπο και καθ' ύλην Δικαστηρίου, με την οποία (αγωγή) αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι η οφειλή του έναντι της καθ' ης από την ίδια ως άνω σύμβαση Τράπεζας, βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ανέρχεται σε ποσό μικρότερο λόγω εφαρμογής άκυρων ΓΟΣ στην πληττόμενη (με την αγωγή) σύμβαση και ότι, συνεπώς, υφίσταται εκκρεμοδικία από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής, που κατέστησε απαράδεκτη τη μεταγενέστερη «εκδίκαση» της αίτησης για την  έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, τότε -κατά την άποψή μου - ισχύουν τα κάτωθι:

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Απόφαση 152/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου: Η εκκρεμοδικία στη δίκη της ανακοπής


Οι ανακόπτοντες, με την ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που δημοσιεύω, και για τους λόγους που ειδικότερα εκτέθηκαν σε αυτήν, ζήτησαν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής  του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης τράπεζα, ποσό πλέον τόκων και εξόδων ως κατάλοιπο οριστικώς κλεισθέντος ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, καθώς και  της αντίστοιχης επιταγής προς πληρωμή, επί τη βάσει της οποίας επισπεύδεται εις βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση. 

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Απόφαση 874/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σημαντική απόφαση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο


1) Κρίθηκε από το δικαστήριο ότι o προδιατυττωμένος από την Τράπεζα όρος, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δανείου η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να μετατρέπει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής σε Ευρώ, με τον οποίο (όρο) επιρρίφθηκε στους δανειολήπτες o συναλλαγματικός κίνδυνος, είναι αόριστος και ασαφής και ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος. Αναφορικά με τον άκυρο εν λόγω όρο, η ακριβής κρίση του δικαστηρίου έχει ως εξής: « … μέσω του όρου σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δανείου η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να μετατρέπει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής σε Ευρώ, είχε τη μονομερή δυνατότητα σε περίπτωση καταγγελίας να επιλέξει την πληρωμή στο νόμισμα που θα την συνέφερε περισσότερο, βγαίνοντας κερδισμένη σε κάθε περίπτωση».

2) Με το παραπάνω δεδομένο, κρίθηκε επίσης ότι η ακυρότητα του όρου αυτού συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη τη σύμβαση, κατά τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ.

3) Κρίθηκε επίσης ότι η Τράπεζα παρέλειψε επιπλέον να  ενημερώσει τους δανειολήπτες για τη δυνατότητα αγοράς προγράμματος ασφάλειας - αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου, το οποίο θα τους προστάτευε, σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής της ισοτιμίας σε βάρος του Ευρώ. Πρόκειται για τη σημαντικότερη κρίση του δικαστηρίου, για τον εξής λόγο: οι Τράπεζες είχαν ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ να ενημερώσουν τους δανειολήπτες  για τις μεθόδους ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ, που θα μπορούσαν να τους θωρακίσουν πλήρως από τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο εκτέθηκαν, τόσο σε επίπεδο δόσης όσο και άληκτου κεφαλαίου. Στην παρ. β  του ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002 (ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ) ορίζεται ότι, "Ειδικά για τις χορηγήσεις (δάνεια) θα πρέπει οι υποψήφιοι πελάτες να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος (παρ. 2 στοιχ. χ') και για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ  χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή και των επιτοκίων (παρ. 2 στοιχ. χϊ)".

4) Ως προς την ιδιότητα του δικηγόρου ενός εκ των δανειοληπτών, και τον ισχυρισμό της τράπεζας ότι  λόγω των νομικών γνώσεών της θα μπορούσε να αντιληφθεί τον κίνδυνο, το δικαστήριο έκρινε ως εξής: οι αιτούντες δεν είχαν κάποια σύνδεση με το αλλοδαπό νόμισμα, ούτε διέθεταν εισόδημα σε ελβετικά φράγκα, αφού  ο 1ος από αυτούς διατηρεί ατομική επιχείρηση και η 2η είναι δικηγόρος στην Κομοτηνή. Ακόμη και εάν υποτεθεί ότι η 2η, λόγω των νομικών γνώσεών της, θα μπορούσε να αντιληφθεί τον κίνδυνο ακόμη και χωρίς την εκπλήρωση της υποχρέωσης πληροφόρησης εκ μέρους της Τράπεζας, όπως η Τράπεζα  αντέτεινε, και πάλι *δεν διέθετε ειδικές γνώσεις αναφορικά με τους νομισματικούς κανόνες, τις συνθήκες της αγοράς  και το κόστος του χρήματος*, ενώ εκτιμάται ότι οι όποιες αμφιβολίες οποιουδήποτε — μη ασχολούμενου με το οικονομικό/τραπεζικό σύστημα δανειολήπτη θα μπορούσαν να καμφθούν μπροστά στις διαβεβαιώσεις του εκπροσώπου της Τράπεζας, ως έμπειρου και *εκ των έσω γνώστη* της σχετικής  αγοράς.
---------------------------
Οι ανακόπτοντες αιτήθηκαν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος τους από σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο, ιστορώντας ότι δυνάμει σύμβασής τους με την Τράπεζα συμφωνήθηκε η χορήγηση στεγαστικού δανείου ποσού 200.000 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor 360 ημερών, ενώ επακολούθησε  η σύναψη τροποποιητικής πράξης με την οποία το ανεξόφλητο ποσό  μετατράπηκε σε ελβετικά φράγκα, με βάση την ισοτιμία της ημερομηνίας μετατροπής.