alampasis@gmail.com

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2020

Το δικαίωμα των ελληνικών νησιών στις θαλάσσιες ζώνες - οριοθέτηση αιγιαλίτιδας ζώνης, υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο: Η Ελλάς είναι ξεκάθαρα Αρχιπελαγικό κράτος!



1. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS – United Nations Convention on the Law of the Sea)

Η Τρίτη συνδιάσκεψη των Ηνωμένων εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (1973-1982) κατέληξε στην υπογραφή της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας στο Montego Bay στις 10 Δεκεμβρίου του 1982. Μεταξύ των 157 κρατών που συμμετείχαν καταψήφισαν τέσσερα κράτη: ΗΠΑ, Ισραήλ, Τουρκία και Βενεζουέλα. Με τη σύναψη της UNCLOS, 1982 επιδιώχθηκε μια «συμβιβαστική» λύση με εκατέρωθεν υποχωρήσεις μεταξύ των αναπτυσσόμενων κρατών που επιδίωκαν ευρύτερο έλεγχο των παράκτιων πλουτοπαραγωγικών τους πόρων και των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων και της επιδίωξής τους για τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. 

Έτσι η UNCLOS περιέχει διατάξεις που εκφράζουν το πρότερο  ε θ ι μ ι κ ό  δίκαιο (καθεστώς αιγιαλίτιδας ζώνης, ελευθερίες της ανοιχτής θάλασσας, καθεστώς της υφαλοκρηπίδας) αλλά εισάγει και νέους θεσμούς του δικαίου της Θάλασσας με σημαντικότερο την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), που εκτείνεται ως τα 200 ν.μ. από τις γραμμές βάσης και αποτελεί μια “sui generis” θαλάσσια ζώνη στην οποία το παράκτιο κράτος ασκεί εκτεταμένες οικονομικής φύσεως αρμοδιότητες. 

Επίσης με την UNCLOS εισήχθη το νομικό καθεστώς των «αρχιπελαγικών κρατών», της περιοχής του διεθνούς βυθού καθώς και το σύστημα επίλυσης των διαφορών με κύριο όργανο το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας – (ITLOS)  [isalos net : Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), του Kλέαρχου Μαυριλάκου].

Τον Απρίλιο του 1998 η Ευρωπαϊκή Ένωση επικύρωσε το ΔΔΘ έτσι που έκτοτε  δεσμεύει όλα τα υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ κράτη-μέλη, της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης. Τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα αρμόδια για την επίλυση των σχετικών ζητημάτων είναι το  Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας του Αμβούργου, που έχουν αποτυπώσει την πρακτική των κρατών και τους κανόνες που διέπουν την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας.

2. Οι θέσεις της Ελλάδας σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας – οι  αναθεωρητικές αντιρρήσεις  της Τουρκίας σχετικά με την οριοθέτηση αιγιαλίτιδας ζώνης,  υφαλοκρηπίδας και  ΑΟΖ στο Αιγαίο

Ιστορικό πλαίσιο τής καλούμενης ψευδώς ως   «ελληνοτουρκικής διαφοράς»

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2020

Οι Συμβάσεις Στεγαστικού Δανείου σε Συνάλλαγμα Ελβετικού Φράγκου υπό το πρίσμα (α) της τελευταίας απόφασης του ΔΕΚ στην υπόθεση C-81/19 NG και OH κατά SC Banca Transilvania SA και (β) της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 4/2019 απόφασή της



Με την υπ’ αρίθμ. 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδος ορίστηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ελάχιστη ενημέρωση που οφείλουν να παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα ως προς τις χορηγήσεις δανείων σε ξένο νόμισμα που πρέπει να περιλαμβάνει τη  δ υ ν α τ ό τ η τ α  και το   κ ό σ τ ο ς  χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, τόσο για τις καταβαλλόμενες  δ ό σ ε ι ς  όσο και για το άληκτο  κ ε φ ά λ α ι ο. 

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Δάνεια σε ελβετικό Φράγκο: η υπ' αριθμ. 3607/2020 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών



Η απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου επί αγωγής εντολέα μου κατά του ελληνικού Δημοσίου για πρόδηλα σφάλματα των εθνικών δικαστηρίων καθώς οι σχετικές 'αποφάσεις' (έκδοση Διαταγής Πληρωμής και αποφάσεις επί ανακοπών και αναστολών) παραβιάζουν κατάφωρα το ενωσιακό δίκαιο και τη  νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, για τον λόγο ότι παραλείπουν να αποτιμούν  α υ τ ε π α γ γ έ λ τ ω ς  (με δική τους πρωτοβουλία) κατά πόσον οι τυποποιημένες ρήτρες συμβάσεων σε ελβετικό Φράγκο είναι δίκαιες, και δ ε ν  κηρύττουν άκυρες όσες είναι καταχρηστικές.

Η υπόθεση αφορά σε Αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, ύψους 180.000 Ευρώ, για  ηθική βλάβη (α) λόγω της απώλειας ακινήτου δανειολήπτη από δάνειο σε ελβετικό Φράγκο  και (β) για τον μακροχρόνιο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα που ξεκίνησε, λόγω  πεπλανημένων δικαστικών αποφάσεων της ελληνικής Δικαιοσύνης (έκδοση διαταγής πληρωμής, απόρριψη ανακοπών, ασφαλιστικών μέτρων κλπ),  που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2020

Η δίκη για τη διαγραφή δικηγόρου από τα μητρώα του Ταμείου Νομικών: Η απορριπτική 18426/23-12-2019 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών



Ο προσφεύγων δικηγόρος επέδωσα στο καθού Ταμείο («ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. -Τ.Α.Ν.)  την από 10 Σεπτεμβρίου 2014 εξώδικη δήλωση – αίτηση, με αίτημα να αναγνωριστεί ο χρόνος προϋπηρεσίας μου ως μη συντάξιμος καθώς και η μη απονομή των πάσης φύσεως παροχών, δι’ αποφάσεως του προϊσταμένου των Υπηρεσιών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, λόγω ασκήσεως του δικαιώματος διαγραφής μου από τα μητρώα του Οργανισμού όταν μεταβλήθηκαν τα περιστατικά από ασυνήθιστα γεγονότα, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ, που είχαν ως  αποτέλεσμα την οικονομική κατάρρευση του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, κατά τρόπο που οι απρόβλεπτες συνθήκες που συντρέχουν να καθιστούν για εμένα, ως συμβληθέντα  ασφαλισμένο,  την οφειλόμενη παροχή υπέρμετρα επαχθή.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

Δάνεια σε ελβετικό Φράγκο: η υπ' αριθμ. 4/2019 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου


Τι είπε η υπ' αριθμ. 4/2019 απόφαση της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου: Ότι δηλωτικοί όροι μιας σύμβασης είναι οι συμβατικοί όροι που απηχούν εθνικές ρυθμίσεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου. Ότι κατά το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις  α ν α γ κ α σ τ ι κ ο ύ  δικαίου δεν   υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας" (εξαιρούνται από τον δικαστικό έλεγχο καταχρηστικότητας). Ότι  αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής τής Οδηγίας και  εξαιρούνται από τον δικαστικό έλεγχο καταχρηστικότητας οι συμβατικές ρήτρες που, ως δηλωτικοί όροι τής σύμβασης, απηχούν τις  ε ν δ ο τ ι κ ο ύ  δικαίου διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας χωρίς να τροποποιούν το περιεχόμενο τους ή το πεδίο εφαρμογή τους. Ότι η εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας θεμελιώνεται σε ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13, διότι,  έ σ τ ω  και αν η εξαίρεση αυτή  δ ε ν  μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, εμπεριέχεται στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο  ε ρ μ η ν ε ί α ς  σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας. Ότι, τέλος, ο επίμαχος όρος "Εφ' όσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε ελβετικό Φράγκο, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε Ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής"  συνιστά δηλωτικό όρο τής σύμβασης, διότι επαναλαμβάνει την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ και γι'αυτό  ε ξ α ι ρ ε ί τ α ι  από τον δικαστικό έλεγχο καταχρηστικότητας.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

Δημοσίευση της Αγωγής με αίτημα την «καταβολή» ποσότητας μονάδων του εικονικού νομίσματος Bitcoin (BTC)



1) Κάθε Bitcoin ΑΤΜ είναι συνδεδεμένο με ένα τουλάχιστον Bitcoin πορτοφόλι (Bitcoin wallet) στο οποίο η εταιρία διαχείρισης αποθηκεύει τα bitcoins που εμπορεύεται μέσω του ATM που διαχειρίζεται. Κάθε συναλλαγή σε bitcoins μέσω του Bitcoin ΑΤΜ (ανταλλαγή παραδείγματος χάριν Ευρώ με Bitcoin, όπως στην ένδικη περίπτωση), απαιτεί επιβεβαίωση της συναλλαγής. Η εν λόγω επιβεβαίωση περνά υποχρεωτικά από τους miners, δηλαδή τους μεμονωμένους χρήστες του δικτύου Bitcoin οι οποίοι για την επιβεβαίωση των συναλλαγών ανταμείβονται με τέλη τα οποία καταβάλει  (μέσω Bitcoin wallet) η εταιρία που διαχειρίζεται το ΑΤΜ. Τα τέλη επιβεβαίωσης της συναλλαγής η εταιρία μετακυλύει στον καταναλωτή μέσω της  προμήθειας με την οποία επιβαρύνει τη συναλλαγή. Αν το Bitcoin wallet της εταιρίας διαχείρισης του Bitcoin ΑΤΜ, από αμέλεια ή δόλο δεν είναι ρυθμισμένο σε καταβολή τελών που προορίζονται για τους miners, ώστε οι τελευταίοι να διεκπεραιώσουν -  επιβεβαιώσουν τη συναλλαγή, άρα δεν καταβληθούν τέλη συναλλαγής, η συναλλαγή δεν εκτελείται (παραμένει ανεπιβεβαίωτη – αγγ.: Unconfirmed Transactions). Αποτέλεσμα: τα bitcoins δεν “πιστώνονται” ποτέ στο πορτοφόλι που ο πελάτης δήλωσε στο ATM κατά τη συναλλαγή αγοράς bitcoins στο Bitcoin ATM, πρόσθετα δε η εταιρία που διαχειρίζεται το ΑΤΜ ιδιοποιείται παράνομα το ποσό σε Ευρώ που περιήλθε στην κατοχή της από την καταβολή που πραγματοποίησε ο καταναλωτής σε αυτή, μέσω του Bitcoin ATM, στα πλαίσια συναλλαγής αγοράς bitcoins μέσω ΑΤΜ με καταβολή του ισάξιού τους σε Ευρώ.

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

Το φαινόμενο του χωρισμού των αγωγικών βάσεων στις δίκες μεταξύ δανειοληπτών και τραπεζών. Η Έφεση κατά απόφασης που διατάσσει το χωρισμό αντιφατικών τάχα αγωγικών βάσεων, επί αγωγής αρθρ. 70 ΚΠολΔ με την οποία ζητείται (α) ακύρωση των πληττόμενων με την αγωγή όρων της σύμβασης του δανείου (ν. 2251/1994) και (β) κούρεμα του δανείου λήγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών (288, 388 του ΑΚ)


Ζητήθηκε για σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με αναγνωριστική αγωγή (70 ΚΠολΔ): (α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα των πληττόμενων με την αγωγή όρων και, δυνάμει του άρθρου 181 ΑΚ, σε συνδυασμό με το ότι στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για προδιατυπωμένη σύμβαση, οι όροι της οποίας δεν επιδέχονται διαπραγμάτευσης, η σύναψη της οποίας δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος, να αναγνωριστεί η ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, (β) Να αναγνωριστεί αναδρομικά από την υπογραφή της σύμβασης και το άνοιγμα του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού ότι το δάνειο θα αποπληρωθεί χωρίς να εφαρμοστούν οι πληττόμενοι ως άκυροι όροι και ως εκ τούτου κατόπιν δικαστικού επανακαθορισμού του ύψους της συνολικά υπολειπόμενης οφειλής να αναπροσαρμοστεί το κατάλοιπο, (γ) Να υποχρεωθεί η τράπεζα να αποδέχεται στο μέλλον την εκπλήρωση της οφειλής των εναγόντων, όπως αυτή θα αναπροσαρμοστεί από το Δικαστήριο, χωρίς να εφαρμόζει τους πληττόμενους όρους, (δ) Να υποχρεωθεί η Τράπεζα να προβεί αναδρομικά, από την υπογραφή της σύμβασης και το άνοιγμα του αλληλόχρεου λογαριασμού της πίστωσης, στον υπολογισμό του ποσού που αχρεωστήτως οι εναγόμενοι κατέβαλλαν, λόγω της εφαρμογής των πληττόμενων ως άκυρων όρων, και να αφαιρεθεί αυτό από το κατάλοιπο εντόκως, ε)  Να υποχρεωθεί η Τράπεζα να αναπροσαρμόσει το κατάλοιπο του λογαριασμού με  διαγραφή του 37% του ποσού του καταλοίπου του λογαριασμού λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών (288, 388 ΑΚ), πρόσθετα δε να αναπροσαρμοστεί το κατάλοιπο, αφαιρούμενων των χρεώσεων που έλαβαν χώρα δυνάμει εφαρμογής των προσβαλλόμενων όρων της σύμβασης.

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Δάνεια σε ελβετικό Φράγκο: Αίτηση Ανάκλησης μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που αναστέλλει την έκδοση απόφασης μέχρι το ζήτημα να κριθεί από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου



Χιλιάδες υποθέσεις δανειοληπτών σε ελβετικό Φράγκο έχουν “παγώσει” στα Πρωτοδικεία όλης της χώρας, με δικαστικές αποφάσεις οι οποίες μη νόμιμα αναστέλλουν την έκδοση οριστικής απόφασης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου… Οι αποφάσεις αυτές είναι πρόδηλα εσφαλμένες. Για τους λόγους αυτούς δημοσιεύω σήμερα αίτηση ανάκλησης μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου για δάνεια σε CHF.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Εσφαλμένες οι αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων που αναστέλλουν (κατ’ άρθρο 249 του Κ.Πολ.Δικ.) την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου



1. Επειδή με τον όρο Νομολογία χαρακτηρίζεται η δια δικαστικών αποφάσεων ερμηνεία και εφαρμογή των Νόμων, που  λαμβάνουν το όνομα του αρμόδιου δικαστηρίου που τις εκδίδει. Η νομολογία στη χώρα μας, σε αντίθεση με άλλα δίκαια (π.χ. αγγλοσαξονικό), δεν αποτελεί άμεση πηγή δικαίου ούτε συντελεί στη διαμόρφωση δικαίου αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως έμμεση πηγή δικαίου. Δεν αναγνωρίζεται δηλαδή ως τυπική πηγή δικαίου και δεν έχει ισχύ κανόνα δικαίου. Ιστορικά άλλοτε ίσχυσε κατ’ έκταξη του γραπτού δικαίου, άλλοτε ίσχυε ως εθιμικό δίκαιο και άλλοτε είχε απλώς πνευματικό κύρος (force de raison ecrite) (Τσάτσος Κ. ”Το πρόβλημα των πηγών Δικαίου”, Τεύχος Α, Εκδ. Παπαδόγιαννη, 1941, Επανέκδοση, Κλασσική Νομική Βιβλιοθήκη, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, σελ.238). Έτσι ούτε αυτή καθεαυτή η νομολογία αλλά ούτε και οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου μπορούν να εξομοιωθούν με τους κανόνες δικαίου. Ο κάθε δικαστής είναι ελεύθερος να κρίνει προκειμένου να δώσει νομική λύση επί των υποβαλλομένων σ΄ αυτόν νομικών διαφορών, έστω και αν άλλο δικαστήριο (ακόμη και ανώτερο) έχει δώσει σε όμοια περίπτωση διαφορετική νομική λύση.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Υπαγωγή των βιοτικών σχέσεων της διαφοράς από Συμβάσεις Στεγαστικών Δανείων σε Συνάλλαγμα Ελβετικού Φράγκου, στους εφαρμοστέους κανόνες του ενωσιακού δικαίου και ιδίως στις διατάξεις της Οδηγίας 1993/13/ΕΟΚ όπως ερμηνεύεται σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου



Από την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου προκύπτει ότι, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστική ρήτρα περί ανάληψης από τον καταναλωτή ολόκληρου του συναλλαγματικού κινδύνου σε Συμβάσεις Στεγαστικού Δανείου σε Συνάλλαγμα Ελβετικού Φράγκου που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι ο όρος «κύριο αντικείμενο της συμβάσεως» κατά τη διάταξη αυτή καλύπτει συμβατική ρήτρα, όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία ετέθη σε σύμβαση δανείου συνομολογηθείσα σε ξένο νόμισμα μεταξύ της αντιδίκου Τράπεζας ως επαγγελματία και ημών ως καταναλωτών, χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως, και κατά την οποία το δάνειο πρέπει να εξοφληθεί στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο συνομολογήθηκε, δεδομένου ότι η εν λόγω ρήτρα καθορίζει κύρια παροχή χαρακτηρίζουσα τη συγκεκριμένη σύμβαση [υπόθεση C 186/16, Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ. κατά Banca Românească SA].

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Δάνεια σε ελβετικό Φράγκο: Ο κίνδυνος για τους δανειολήπτες από τις δικαστικές αποφάσεις που κρίνουν σύμφωνη με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο τη «συμπλήρωση της δανειακής σύμβασης σύμφωνα το άρθρο 200 του Αστικού Κώδικα.»





Η απόφαση 356/2018 του Εφετείου Ναυπλίου για δάνειο σε ελβετικό Φράγκο, που εξαφανίζει την πρωτόβαθμη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που απέρριψε την αγωγή δικηγόρου. Δεκτοί όλοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας δικηγόρου. Επαναφορά της  συναλλακτικής ισοτιμίας των δύο νομισμάτων στην ισοτιμία που ίσχυε και εφαρμόσθηκε  κατά την ημερομηνία της εκταμίευσης. Η προβληματική διατύπωση του Εφετείου Ναυπλίου σύμφωνα με την οποία «…πρέπει το κενό στις επίδικες δανειακές συμβάσεις να  σ υ μ π λ η ρ ω θ ε ί.» !  Ο  κ ί ν δ υ ν ο ς  για τους δανειολήπτες από τυχόν απόφαση του Αρείου Πάγου που κρίνει σύμφωνη με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο τη «σ υ μ π λ ή ρ ω σ η  της δανειακής σύμβασης σύμφωνα το άρθρο 200 του Αστικού Κώδικα.»

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Ειδική διαδικασία διαφορών από αμοιβές δικηγόρων για την παροχή εργασίας των άρθρων 677 έως 681 του Κ.Πολ.Δικ.


1) Καθ' ύλην αρμοδιότητα

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 α', 2 και 16 αριθ. 2 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, ενώ στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και η αξία του αντικειμένου τους είναι άνω των 20.000 ευρώ και δεν υπερβαίνει το ποσό των 250.000 ευρώ. Κατ' εξαίρεση, στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται, μεταξύ άλλων, ακόμη και εάν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει τις 250.000 ευρώ, οι διαφορές που αφορούν τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 15 αρ. 11 (άρθρο 16 περ. 7 ΚΠολΔ). Η εξαιρετική αυτή αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου καθιερώνεται σε βάρος του πολυμελούς πρωτοδικείου και όχι σε βάρος του ειρηνοδικείου (ΕφΑΘ 7783/1983, ΕλλΔνη 1984, 361). Εάν, συνεπώς, η αξία του αντικειμένου των ως άνω διαφορών υπολείπεται του ποσού των 20.000 ευρώ, αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο (Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ. 2000, τόμος I, άρθρο 16, αριθ. 1, σελ. 54).

2) Εργολαβικό δίκης

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Προσοχή στις νομικές παγίδες που κρύβουν οι αποποιήσεις κληρονομιών - Προσοχή στο τυποποιημένο έγγραφο αποποίησης κληρονομίας που χορηγούν τα Ειρηνοδικεία ως «Δήλωση Αποποίησης Κληρονομιάς»


Την ώρα που το δημόσιο χρέος εκτιμάται στα 328 ευρώ, τα στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών δείχνουν ότι πλέον ξεπερνούν το ΑΕΠ! Σε ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να σκάσει συμπαρασύροντας ολόκληρη την οικονομία εξελίσσονται τα χρέη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που συσσωρεύονται διαρκώς στα χρόνια της κρίσης. Ήδη, οι «κόκκινες» οφειλές στην εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ έχουν ξεπεράσει το ύψος του ΑΕΠ. Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των ιδιωτών ξεπερνούν τα 230 δισ. ευρώ, όταν το ΑΕΠ της χώρας προσδιορίζεται πλέον στα 176 δισ. ευρώ. Τα χρέη των πολιτών προς τράπεζες και δημόσιο έχουν πυροδοτήσει μια άνευ προηγουμένου έκρηξη των αποποιήσεων κατάχρεων κληρονομιών (Πρώτο Θέμα: «Απίστευτο: Στα 228 δισ. το ιδιωτικό χρέος των Ελλήνων»).

Πάνω από 150.000 είναι οι αιτήσεις αποποίησης κληρονομιών το 2017. Τα στοιχεία για τις αποποιήσεις κληρονομιάς που σόκαραν –ειδικούς και μη– «μιλούν» πλέον για μια νέα κατάσταση πραγμάτων στην ελληνική κοινωνία της κρίσης και της ύφεσης. Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα συνεχώς αυξανόμενο κύμα πολιτών, που σπεύδει να «πετάξει» από πάνω του ακίνητα και χρέη προς τράπεζες και δημόσιο. Οι σχετικές αιτήσεις για αποποίηση έχουν αγγίξει το 2016 τις 54.000 (επίσημα στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης). Ωστόσο, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, που είναι τα ειρηνοδικεία, εκτιμούν ότι για φέτος ο αριθμός τους θα είναι έως και τριπλάσιος, από ό,τι φαίνεται με βάση τις αιτήσεις που έχουν ήδη υποβληθεί πριν καλά καλά κλείσει το πρώτο τρίμηνο του έτους (Καθημερινή, 26.03.2017).

Όμως σε εφιάλτη έχει μετατραπεί και η αποδοχή ακινήτων από κληρονομιά  και όταν η κληρονομιά δεν έχει χρέη, επειδή τα ακίνητα συνοδεύεται με φόρους και κυρίως με τον ΕΝΦΙΑ. Πλέον πολλοί φορολογούμενοι επιλέγουν να αποποιηθούν κληρονομιές για να γλιτώσουν από την εφορία. Στα ειρηνοδικεία όλης της χώρας καθημερινά εκατοντάδες άνθρωποι σπεύδουν να αποποιηθούν ακίνητα μικρής και μεγάλης αξίας που κληρονομούν από τους γονείς και τους συγγενείς τους. Οι φορολογούμενοι υπό το βάρος των φόρων των χρεών και των υποχρεώσεων που συνοδεύουν τις περιουσίες αποφασίζουν να προχωρήσουν σε αποποίηση των περιουσιών που κληρονομούν ακόμη και όταν οι περιουσίες δεν είναι  κατάχρεες.  Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Τα τελευταία χρόνια οι αποποιήσεις κληρονομιών αυξήθηκαν κατά περίπου 85% (newsbeast: Κατακόρυφη η αύξηση αποποίησης κληρονομιάς λόγω φόρων) .

Τα σημαντικότερα άρθρα στο Κληρονομικό Δίκαιο

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Η επιχειρούμενη τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του νόμου περί «Προστασία των καταναλωτών»



1. Η παρ. β του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993  σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, ορίζει ότι: Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως: α)... β) "καταναλωτής": κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Περαιτέρω, το άρθρο 8 της ίδιας Οδηγίας, ορίζει ότι:  Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.

2. Η παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν 2251/1994 (νόμος περί προστασίας καταναλωτή, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993), μετά την τροποποίηση του με το Ν. 3587/2007 με την προσθήκη, με το άρθρο 1 § 5 του Ν 3587/2007, της περ. ββ στο άρθρο 1 § 4α του Ν 2251/1994, ορίζει ότι: α) Καταναλωτής, είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του.

3. Η επιχειρούμενη τροποποίηση και συμπλήρωση της παραπάνω διάταξης του νόμου περί «Προστασία των καταναλωτών» (ν. 2251/1994), επιχειρείται με πρόσθεση μετά το  άρθρο 1 του ν. 2251/94  άρθρου 1α ως εξής: “«καταναλωτής» είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα”. Κατόπιν της επιχειρούμενης τροποποίησης και συμπλήρωσης της παραπάνω διάταξης  ο ορισμός «καταναλωτής» διαφοροποιείται ΠΛΉΡΩΣ από τον ορισμό που ισχύει σήμερα, τόσο στο εθνικό όσο και στο ενωσιακό δίκαιο.

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Το ζήτημα της σώρευσης αναγνωριστικής αγωγής σε ανακοπή των άρθρων 632, 933


Ζητήθηκε με ανακοπή των άρθρων 632, 933 η ακύρωση της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή, με την οποία οφειλέτες από σύμβαση στεγαστικού δανείου επιτάσσονται να καταβάλουν  ποσό σε ελβετικά Φράγκα (CHF), προς ικανοποίηση απαίτησής της καθής Τράπεζας προερχομένης από σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ελβετικά Φράγκα (CHF).

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Η 1611/2017 απόφαση – σταθμός του Εφετείου Αθηνών


Οι ανακόπτοντες (νυν εκκαλούντες), με ανακοπή τους, την οποία απηύθυναν κατά της καθής η ανακοπή Τράπεζας (ήδη εφεσίβλητης) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, την ακύρωση της πληττόμενης με την ανακοπή διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος τους, μετά από αίτηση της καθής Τράπεζας, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, ο μεν πρώτος εξ' αυτών ως πρωτοφειλέτης, ο δε δεύτερος ως εγγυητής, ποσό ελβετικών φράγκων στο ισάξιο τους σε ευρώ με την επίσημη ισοτιμία ελβετικού φράγκου (CHF - EURO), κατά την ημέρα πληρωμής τους.

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Επιχειρηματικά δάνεια: Ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από πρόδηλα σφάλματα της Δικαιοσύνης. Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το ζήτημα, αν ο όρος «καταναλωτής» περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, όταν οι τελευταίοι συνάπτουν συμβάσεις για τις επαγγελματικές τους ανάγκες


1. Αναφορικά με το νομικό ζήτημα σχετικά με το αν «καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης υπηρεσιών-προϊόντων Τράπεζας, αδιαφόρως αν αυτά προορίζονται για προσωπική ή επαγγελματική χρήση» ή αν «μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή», υφίσταται διάσταση απόψεων τόσο στην εθνική νομολογία όσο και στη θεωρία. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη στην νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ και που αποτελεί την πλειοψηφία των αποφάσεων που εκδόθηκαν, «ουσιαστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό του συμβαλλόμενου, ως καταναλωτή πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού, ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Επομένως, μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικούς ασθενέστερο μέρος. Η ηθελημένη από τις διατάξεις αυτές ιδιαίτερη προστασία δεν δικαιολογείται στη περίπτωση συμβάσεων που έχουν ως σκοπό την επαγγελματική δραστηριότητα. (…) εννοιολογικός πυρήνας του ορισμού του καταναλωτή, αποτελεί η μη ικανοποίηση, επαγγελματικών αναγκών με τη σύναψη της σύμβασης. Συνεπώς, ο όρος καταναλωτής περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, εφόσον οι τελευταίοι συνάπτουν συμβάσεις για τις ιδιωτικές τους ανάγκες». Πρόκειται για πεπλανημένες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Η ΑΠΆΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΆΝΕΙΑ ΣΕ ΕΛΒΕΤΙΚΌ ΦΡΆΓΚΟ


Για πέμπτο συνεχή χρόνο σέρνεται στα ελληνικά δικαστήρια το μέγα καταναλωτικό σκάνδαλο των δάνειων σε ελβετικό Φράγκο. Μετά από χιλιάδες αγωγές και αρκετές δικαστικές αποφάσεις που κάνουν δεκτές αγωγές (αν και ελάχιστες ποσοστιαία σε σύγκριση με τις χιλιάδες που απορρίπτονται), τα δικαστήρια διυλίζουν τον κώνωπα, μετατρέποντας σε σίριαλ ένα ζήτημα που λύνεται σε δύο γραμμές: "Βάσει της ΠΔΤΕ 2501/2002 οι τράπεζες είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου. Συνεπώς η (όποια) ζημιά είναι όλη των τραπεζών". Ωστόσο από τις αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί ΚΑΜΊΑ  δεν κάνει ρητή μνεία στην ΠΔΤΕ 2501/2002 με ρητή αναφορά στην παρ. 2 στοιχ. χϊ, που αποτελεί τον πυρήνα της υπόθεσης. Αν είχαμε δει τέτοια απόφαση θα μιλούσαμε για δικαίωση των δανειοληπτών που δανειστήκαν σε ελβετικό φράγκο. Τα παραπάνω ισχύουν και για τις Διαταγές Πληρωμής από Συμβάσεις Δανείων σε Συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου. Τα Πρωτοδικεία  εκδώσαν χιλιάδες διαταγές πληρωμής κατά δανειοληπτών, ΔΙΧΩΣ από τα έγγραφα που οι τράπεζες προσκόμισαν να προκύπτει ότι τήρησαν την υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες, για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου που απορρέει από την παρ. 2 στοιχ. χϊ της ΠΔΤΕ 2501/2002.

Δανειολήπτης που έχασε το σπίτι του λόγω καταχρηστικής ρήτρας περί ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου σε σύμβαση δανείου σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, παραπονέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή  ότι τα ελληνικά δικαστήρια δεν εφαρμόζουν την οδηγία 93/13/ΕΟΚ, βάσει της οποίας, όπως ερμηνεύεται σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αποτιμούν ΑΥΤΕΠΑΓΓΈΛΤΩΣ (με δική τους πρωτοβουλία) κατά πόσον οι τυποποιημένες ρήτρες συμβάσεων είναι δίκαιες και να κηρύττουν άκυρες όσες είναι καταχρηστικές, βοηθώντας με τον τρόπο αυτό τους καταναλωτές/πολίτες. Ότι ο εθνικός δικαστής που επιλήφθηκε της αιτήσεως για την έκδοση της διαταγής πληρωμής όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας όταν διέθετε όλα τα προς τούτο αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περί ανάληψης από τον καταναλωτή συναλλαγματικού κινδύνου σε σύμβαση  δανείου σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η ελάχιστη ενημέρωση για την δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. 2 στοιχ. χϊ ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002).  Ότι ο δικαστής όφειλε να ΑΡΝΗΘΕΊ την έκδοση Διαταγής Πληρωμής ΠΡΙΝ ακόμη ο δανειολήπτης  ασκήσει ανακοπή (υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino). Ότι τα δικαστήρια σε Αθήνα και Βόλο που δίκασαν τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων  όφειλαν να εξακριβώσουν αυτεπαγγέλτως ποιοι είναι οι εθνικοί κανόνες δικαίου που έχουν εφαρμογή στις  συμβάσεις  δανείων σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου και να διατάξουν την αναστολή εκτέλεσης τόσο της διαταγής πληρωμής όσο και κάθε πράξης εκτέλεσης, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και, ιδίως, την ελάχιστη ενημέρωση σχετικά με τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας (παρ. 2 στοιχ. χϊ ΠΔΤΕ 2501/31.3.2002) στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος, και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το ελληνικό δίκαιο μεθόδους ερμηνείας, να διασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 και να καταλήξουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή (υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino, και απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2012, C 282/10, Dominguez). Ότι η έκδοση της Διαταγής Πληρωμής και η απόρριψη των αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης, δίχως να προηγηθεί αυτεπάγγελτος και προληπτικός δικαστικός έλεγχος του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί ανάληψης από τον καταναλωτή συναλλαγματικού κινδύνου σε σύμβαση δανείου σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, παραβιάζει ΚΑΤΑΦΩΡΑ το κοινοτικό δίκαιο, επειδή η σχετική Διαταγή Πληρωμής και οι απορριπτικές αποφάσεις επί των αιτήσεων αναστολής εκδοθήκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ, Brasserie du pêcheur και Factortame). Πρόκειται δλδ για πεπλανημένες δικαστικές αποφάσεις της ελληνικής Δικαιοσύνης που εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Με βάση τις παραπάνω πρακτικές που, κατά την άποψη του πελάτη μου, συνιστούν παράβαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα, αφού η προσβολή  συνίσταται, σε  μια εκτεταμένη δικαστική πρακτική που ωφελεί τις Τράπεζες επί ζημία των δανειοληπτών, πρακτική που δεν είναι σύμφωνη προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποβλήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2016 έγγραφη καταγγελία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με θέμα: «Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, και ιδιαιτέρως των κανόνων του ανταγωνισμού, στις σχέσεις της Ελλάδας με τις τέσσερις συστημικές Τράπεζες στις οποίες χορηγείται (ατύπως) ειδικά διαφοροποιημένη μεταχείριση τους από τα εθνικά δικαστήρια, κατά τη δικαστική επιδίωξη είσπραξης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, που καθιστούν δυσχερή την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, και ιδίως του άρθρου 86 της Συνθήκης. Παραβίαση των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, λόγω  ευνοϊκής μεταχείρισης των ελληνικών συστημικών τραπεζών από  τα εθνικά  δικαστήρια, με έκδοση αποφάσεων (υπέρ των τραπεζών) που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδίδονται κατά προφανή αντίθεση προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας καταναλωτών)». (η καταγγελία εδώ)

1) Επί του παραπάνω σκέλους της καταγγελίας , η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είπε ότι,

«Παρόλο που ρητά ισχυρίζεστε παραβίαση των άρθρων 106 και 107 της ΣΛΕΕ από την Ελλάδα, δεν παρέχετε καμία περαιτέρω εξήγηση στην καταγγελία σας ως προς το σε τι θα μπορούσαν να συνίστανται αυτές οι παραβιάσεις. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι δεν έχετε εκθέσει τους προβληματισμούς σας όσον αφορά τον ανταγωνισμό, μας είναι αδύνατο να προχωρήσουμε σε εκτίμηση.».

2) Επί του σκέλους της καταγγελίας σχετικά με την υποχρέωση αυτεπάγγελτου  και προληπτικού  ελέγχου από τα ελληνικά δικαστήρια του καταχρηστικού χαρακτήρα των όρων σε συμβάσεις  δανείων σε συνάλλαγμα ελβετικού Φράγκου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είπε ότι,

Α) «Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), “το άρθρο 6 παρ. 1, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες στις καταναλωτικές συμβάσεις, πρέπει να ερμηνεύεται με την έννοια ότι μια καταχρηστική συμβατική ρήτρα δεν είναι δεσμευτική για τον καταναλωτή, και δεν είναι απαραίτητο, εν προκειμένω, για τον εν λόγω καταναλωτή να έχει επιτυχώς προσβάλει την εγκυρότητα μιας τέτοιας ρήτρας εκ των προτέρων. [..] Το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας, όπου αυτό έχει στη διάθεσή του τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που είναι αναγκαία για αυτό το σκοπό. Όταν κρίνει ότι μια τέτοια ρήτρα είναι καταχρηστική, οφείλει να μην την εφαρμόζει, εκτός εάν ο καταναλωτής αντιτίθεται σε αυτή τη μη εφαρμογή. […]”».

Β) «Η προαναφερθείσα υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα των όρων των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές έχει επίσης επιβεβαιωθεί από το ΔΕΕ όσον αφορά έναν συγκεκριμένο τύπο δικαστικής διαδικασίας, όπως είναι η διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Επιπλέον, σύμφωνα με το ΔΕΕ αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι μία καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ ενός πωλητή ή προμηθευτή και ενός καταναλωτή είναι άκυρη, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να έχει δικαίωμα – κατ’ αρχήν – από την εθνική νομοθεσία να τροποποιήσει τη σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο της εν λόγω ρήτρας».

[Σημείωση δική μου: Κατόπιν των προεκτεθέντων, η ζημιά από την ισοτιμία Ευρώ/ελβετικού Φράγκου είναι ΟΛΗ της Τράπεζας. Δεν μπορούν τα ελληνικά δικαστήρια να αναθεωρήσουν τις συμβάσεις των καταναλωτών με τις τράπεζες, ούτε να συμπληρώσουν τη σύμβαση ΜΟΙΡΆΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΖΗΜΙΆ μεταξύ τραπεζών και καταναλωτών, διότι αυτό ΑΝΤΙΒΑΊΝΕΙ στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013. «Μη δυνατότητα τροποποίησης από τα ελληνικά δικαστήρια ρήτρας περί ανάληψης  συναλλαγματικού κινδύνου» , σημαίνει ότι, τα ελληνικά δικαστήρια ΔΕΝ μπορούν  να τροποποιήσουν  (ΕΜΜΈΣΩΣ ή ΑΜΈΣΩΣ) τις συμβάσεις δανείων σε ελβετικό Φράγκο , πχ καταλογίζοντας συνυπαιτιότητα στους δανειολήπτες αναφορικά με «την υποχρέωση του καταναλωτή να  επιδείξει την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να δείξει» , ούτε, ασφαλώς,  τυχόν τέτοιος δικανικός συλλογισμός περί …. «προσοχής» και… «υπευθυνότητας» κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, δύναται να  εκληφθεί  από τη νομοθετική  εξουσία  ως ΈΜΜΕΣΗ δικαστική τροποποίηση της  σύμβασης, αναθεωρώντας η πολιτεία  (νομοθετικά) το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, διότι τα παραπάνω ΑΝΤΙΒΑΊΝΟΥΝ στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013. Τέλος, από τη διατύπωση του απαντητικού εγγράφου της Ε.Ε. σύμφωνα με την οποία,  «(…) αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι μία καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ ενός πωλητή ή προμηθευτή και ενός καταναλωτή είναι άκυρη, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να έχει δικαίωμα – κατ’ αρχήν – από την εθνική νομοθεσία να τροποποιήσει τη σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο της εν λόγω ρήτρας», προκύπτει ότι τα  ελληνικά δικαστήρια ΕΊΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΈΝΑ, κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013, ΝΑ ΜΗΝ εφαρμόσουν τυχόν νόμο του ελληνικού κράτους που ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΊ ρήτρα περί ανάληψης συναλλαγματικού κινδύνου σε  συμβάσεις   δανείων σε ελβετικό Φράγκο, εφόσον το  εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η ενλόγω καταχρηστική ρήτρα είναι άκυρη]

Γ) «Όσον αφορά την αξιολόγηση των ειδικών συμβατικών όρων, θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι στην Υπόθεση C-26/13 «Árpád Kásler» το ΔΕΕ αναφέρει ότι “[...] το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι όσον αφορά συμβατική ρήτρα, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των ρητρών επιβάλλει όχι μόνο οι ρήτρες να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον η σύμβαση να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος που προβλέπει η επίμαχη ρήτρα καθώς και τη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που τα ανωτέρω συνεπάγονται γι’ αυτόν.”

«Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερθείσα νομολογία του ΔΕΕ και όλες τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσής σας να καθορίσει αν οι συμβατικές ρήτρες που περιλαμβάνονται στη σύμβαση δανείου που έχετε συνάψει με την Τράπεζα πληρούν τα κριτήρια για να χαρακτηριστούν ως καταχρηστικές σύμφωνα με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, όπως έχουν μεταφερθεί στην ελληνική εθνική έννομη τάξη».

Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  στην αγγλική γλώσσα (πρωτότυπο) , εδώ


Ακριβής μετάφραση της απάντησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  στην ελληνική γλώσσα, εδώ

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Το δρόμο για τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια παίρνουν τα δάνεια σε ελβετικό Φράγκο. Αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, για ηθική βλάβη, λόγω πεπλανημένων δικαστικών αποφάσεων (έκδοση διαταγής πληρωμής, απόρριψη ασφαλιστικών μέτρων κλπ), που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο. Προδικαστικά ερωτήματα που ο δανειολήπτης υποβάλλει. Καταγγελία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα δάνεια σε ελβετικό Φράγκο


Η αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου για δάνεια σε ελβετικό Φράγκο, ΕΔΩ

Λόγος ανακοπής/λόγος εφέσεως/ ισχυρισμός αγωγικού δικογράφου βάσει της οδηγίας 1993/13/ΕΟΚ, που δεσμεύει τα ελληνικά δικαστήρια, και  προδικαστικά ερωτήματα (για την έκδοση προδικαστικής απόφασης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο) που ο δανειολήπτης υποβάλλει στη δίκη της ανακοπής/αναγνωριστικής αγωγής, ΕΔΩ

Η καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΔΩ

Περίληψη (μη νομική γλώσσα) 

Το κοινοτικό δίκαιο επιβάλει στα δικαστήρια των κρατών μελών να κάνουν προληπτικό και αυτεπάγγελτο έλεγχο των συμβάσεων. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επιβάλει στα ελληνικά δικαστήρια να αποτιμούν ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ (με δική τους πρωτοβουλία) κατά πόσον οι προδιατυπωμένοι όροι τραπεζικών  συμβάσεων είναι δίκαιοι και να κηρύττουν άκυρους όσους είναι καταχρηστικοί, βοηθώντας με τον τρόπο αυτό τους καταναλωτές/πολίτες.

Ο προληπτικός και αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος οφείλει να γίνεται ΧΩΡΊΣ να το ζητήσει ο δανειολήπτης. Το κυριότερο όμως  είναι ότι οφείλει να γίνεται ΠΡΙΝ την έκδοση διαταγής πληρωμής. Η διαταγή πληρωμής ΔΕΝ πρέπει να εκδίδεται αν η σύμβαση περιέχει άκυρους όρους. Αυτό ακριβώς προβλέπει και η ελληνική δικονομία.

Τα παραπάνω ισχύουν και στις δίκες της ανακοπής, της αγωγής και της έφεσης. Το κοινοτικό δίκαιο και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επιτάσσουν προληπτικό και αυτεπάγγελτο έλεγχο της σύμβασης. Αυτό σημαίνει ότι δικηγόρος του δανειολήπτη είναι ΠΡΏΤΑ το δικαστήριο. Ότι το δικαστήριο είναι εκείνο που μεριμνά για την κήρυξη των παράνομων όρων της σύμβασης  ως άκυρων • ο ρόλος του δικηγόρου, η κατάρτιση του δικηγόρου, το σωστό δικόγραφο κλπ είναι ζητήματα  δευτερεύοντα.

Προσοχή το εξής σημαντικό: Ο δικαστής οσάκις κηρύσσει την ακυρότητα  καταχρηστικού όρου σύμβασης δανείου ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να συμπληρώσει την ενλόγω σύμβαση αναθεωρώντας το περιεχόμενο του άκυρου όρου, διότι αυτό ΑΝΤΙΒΑΙΝΕΙ στο κοινοτικό δίκαιο – συγκεκριμένα στο άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/2013. Για να το καταλάβεις θα φέρω σαν παράδειγμα τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Στα δάνεια αυτά οι τράπεζες δεν τήρησαν την υποχρέωση ενημέρωσης από την  ΠΔΤΕ 2501/2002. Βάσει αυτής οι τράπεζες είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν τους δανειολήπτες για τη ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ και το ΚΌΣΤΟΣ αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου. Δοθέντος ότι δεν ενημέρωναν , ο όρος των συμβάσεων των δανείων σε ελβετικό φράγκο που προβλέπει ότι «ο δανειολήπτης αναλαμβάνει ΟΛΌΚΛΗΡΟ τον κίνδυνο από την ισοτιμία» είναι ΆΚΥΡΟΣ. Συνεπώς η ζημιά είναι όλη των τραπεζών. Αν τώρα (υποθετικά) οι τράπεζες πίεζαν τη Δικαιοσύνη ώστε με δικαστική απόφαση η ζημιά να μοιραστεί (πχ 70% ζημιά στους δανειολήπτες , 30% στην Τράπεζα), αυτό ΔΕΝ θα μπορούσε να γίνει, επειδή το δικαστήριο ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΊ να τροποποιήσει τη σύμβαση. Αυτό που το δικαστήριο μπορεί ΜΟΝΟ να κάνει, είναι να ελέγξει ΑΝ Η ΣΎΜΒΑΣΗ ΜΠΟΡΕΊ ΝΑ ΣΥΝΕΧΊΣΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΊ ΧΩΡΊΣ ΤΟΝ ΆΚΥΡΟ ΟΡΟ (π.χ στα δάνεια σε ελβετικό δεν μπορεί η σύμβαση να σταθεί χωρίς τον άκυρο όρο). Τα παραπάνω ισχύουν για ΟΛΑ τα δάνεια.

Τι θα συμβεί στην περίπτωση που τα ελληνικά δικαστήρια δεν κάνουν αυτεπάγγελτο και προληπτικό έλεγχο της σύμβασης και εκδοθεί εναντίον σου διαταγή πληρωμής από σύμβαση που περιέχει άκυρους όρους, ή σου απορριφθεί αγωγή/ανακοπή/έφεση/ασφαλιστικά, επειδή το δικαστήριο δεν έλεγξε τη σύμβαση. Αν λοιπόν δεν προηγηθεί δικαστικός έλεγχος και μπεις σε δικαστική ταλαιπωρία (δικηγόροι, δίκες, έξοδα κλπ) , ή ακόμα χειρότερα αν χάσεις το σπίτι σου από σύμβαση που περιέχει άκυρους όρους, τότε βάσει ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΊΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΎ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ΔΙΚΑΙΟΎΣΑΙ ΑΠΟΖΗΜΊΩΣΗΣ ΑΠΌ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΚΡΆΤΟΣ. Για πράξεις και παραλείψεις των δικαστηρίων ευθύνεται το ελληνικό κράτος.

Σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω περιπτώσεις δικαιούσαι να κάνεις αγωγή στο ελληνικό δημόσιο. Η αγωγή πάει στα διοικητικά δικαστήρια. Στο τέλος της διαδικασίας η υπόθεση θα κριθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Αν η αγωγή σου απορριφθεί (στο σύνολό της ή εν μέρει) τότε δικαιούσαι να πας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Ελλάδα υποχρεούται να σε αποζημιώσει αν προσβλήθηκε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (π.χ έχασες σπίτι ή λεφτά σε δικηγόρους και δικαστήρια, επειδή δεν έγινε προληπτικός και αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος σύμβασης δανείου που περιέχει άκυρους όρους). Για παράδειγμα, με την απόφαση Dulaurans κατά Γαλλίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποχρέωσε το γαλλικό Δημόσιο να καταβάλει στον προσφεύγοντα 100.000 γαλλικά φράγκα για την υλική και ηθική βλάβη και 50.000 γαλλικά φράγκα για έξοδα και δαπάνες, για τις ζημίες που υπέστη ο ζημιωθείς πολίτης προκληθείσες από πεπλανημένες δικαστικές αποφάσεις.

Νομική ανάλυση

- Το δρόμο για τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια παίρνουν τα δάνεια σε ελβετικό Φράγκο.

- Αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, ύψους 180.000 Ευρώ, για  ηθική βλάβη (α) λόγω της απώλειας ακινήτου δανειολήπτη από δάνειο σε ελβετικό Φράγκο, και (β) για τον μακροχρόνιο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα που ξεκίνησε, λόγω  πεπλανημένων δικαστικών αποφάσεων της ελληνικής Δικαιοσύνης (έκδοση διαταγής πληρωμής, απόρριψη ασφαλιστικών μέτρων κλπ),  που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδόθηκαν κατά προφανή αντίθεση προς τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

- Λόγος ανακοπής/λόγος εφέσεως/ ισχυρισμός αγωγικού δικογράφου βάσει της οδηγίας 1993/13/ΕΟΚ, που δεσμεύει τα ελληνικά δικαστήρια.

- Προδικαστικά ερωτήματα που ο δανειολήπτης υποβάλλει στη δίκη της ανακοπής/αναγνωριστικής αγωγής. Προδικαστικά ερωτήματα με την αγωγή/έφεση/αναίρεση στην αποζημιωτική αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου στα διοικητικά δικαστήρια.

- Καταγγελία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με θέμα: Παραβίαση των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, λόγω  ευνοϊκής μεταχείρισης των ελληνικών συστημικών τραπεζών από  τα εθνικά  δικαστήρια, με έκδοση αποφάσεων (υπέρ των τραπεζών) που παραβιάζουν κατάφωρα το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εκδίδονται κατά προφανή αντίθεση προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας καταναλωτών).

Ιστορικό