Τα κύρια
ζητήματα που τεθήκαν στην κρίση του δικαστηρίου ήταν τα εξής:
α) αν αποδεικνύεται από δημοσιευμένα στοιχεία στις Ετήσιες
Οικονομικές Καταστάσεις της τράπεζας
ότι η αντίδικος έχει ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ
αντισταθμίσει το συναλλαγματικό κίνδυνο από τη διακύμανση της ισοτιμίας
EURO/CHF στον οποίο έχει εκτεθεί,
β) αν οι δανειολήπτες ενημερώθηκαν όπως ο νόμος ορίζει για
την αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου στον οποίο εκτέθηκαν,
γ) αν οι δανειολήπτες διέθεταν τις ειδικές γνώσεις που θα τους επέτρεπαν να αντισταθμίσουν αποτελεσματικά το
συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο εκτέθηκαν, ή αν για το σκοπό αυτό, η τράπεζα όφειλε να διαθέτει πιστοποιημένο
από την ΤτΕ υπάλληλο με πιστοποιητικό Β1,
δ) αν με συμβατικό όρο ορισμένες τράπεζες όπως η ΕΘΝΙΚΗ και η Millenioum ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΑΝ σκανδαλωδώς στους δανειολήπτες την πληρωμή της δόσης σε CHF (δηλ στο νόμισμα του δανείου!!!),
ε) αν οι τράπεζες καρπώνονται σήμερα τη διαφορά της ισοτιμίας μεταξύ της
ισοτιμίας που «κλείδωσαν» με χρηματοπιστωτικά παράγωγα (1,60 περίπου) και της
ισοτιμίας που σήμερα οι δανειολήπτες υποχρεώνονται να αποπληρώνουν τα δάνειά
τους (1,20 περίπου) και
στ) αν ήδη από το καλοκαίρι του 2007, υπήρχαν σαφείς
ενδείξεις για τη στροφή των επενδυτών
προς τα ασφαλή λιμάνια του χρυσού και του Ελβετικού φράγκου (άρα και την υποτίμηση του Ευρώ σε σχέση με
το Ελβετικό φράγκο), ενδείξεις οι
οποίες ήταν αποδεδειγμένα σε γνώση των τραπεζών.
Η απόφαση
πιθανολόγησε την μη ευδοκίμηση των υπό στοιχείων β’ και γ’ αποδεικνυόμενων ισχυρισμών, ενώ για
τους υπόλοιπους (α,δ,ε,στ) δεν διατύπωσε καμία κρίση.

