Στη
δίκη αυτή η ανακόπτουσα (δανειολήπτης - εντολέας μου) ισχυρίστηκε ότι ακύρως
εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, διότι υφίστατο ως προς τους επικαλούμενους
από αυτή ως καταχρηστικούς όρους δεδικασμένο υπέρ του συνόλου των καταναλωτών
και συνακόλουθα και της ίδιας [ανακόπτουσας] που απορρέει από δικαστικές
αποφάσεις (μεταξύ άλλων της ΑΠ 1219/2001) που εκδόθηκαν επί συλλογικών αγωγών μεταξύ Ενώσεων Καταναλωτών και
Τραπεζών, από τις οποίες [αποφάσεις] παράγεται μια ιδιότυπη δεσμευτικότητα, που
ισχύει έναντι πάντων και αν δεν ήταν
διάδικοι και επομένως, όσα αυτές καθορίζουν ισχύουν και για όλες τις τράπεζες,
το οποίο [δεδικασμένο] αναλογικά, λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική
προϋπόθεση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής που προσβλήθηκε με ανακοπή.
Ο
λόγος αυτός της ανακοπής, κρίθηκε ως επαρκώς ορισμένος παρά του περί αντιθέτου
ισχυρισμού της καθ ης Τράπεζας (Eurobank). Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι είναι νόμιμος, με το
σκεπτικό, ότι «η ενέργεια της ισχύος της απόφασης επί της συλλογικής αγωγής
εκδηλώνεται (όπως ακριβώς και του δεδικασμένου) τόσο εξωδίκως, υπό την έννοια
ότι οι προμηθευτές (Τράπεζες) είναι υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν προς όσα
ορίζει η απόφαση, όσο και σε δικονομικό επίπεδο, έτσι ώστε αν το ζήτημα, που
κρίθηκε με τη συλλογική αγωγή, είναι προδικαστικό δίκης, που διεξάγεται μεταξύ
καταναλωτή και προμηθευτή (οποιουδήποτε καταναλωτή έστω και μη μέλους της
ένωσης, έστω και αν δεν είχε μετάσχει στη δίκη επί της συλλογικής αγωγής) το δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση επί της συλλογικής αγωγής.
Συνεπώς, αν η συλλογική αγωγή είχε γίνει δέκτη (π.χ. είχε αναγνωρίσει ορισμένο
Όρο στο έντυπο της σύμβασης ως καταχρηστικό), ο καταναλωτής μπορεί να
επικαλεστεί το αποτέλεσμα της απόφασης ως δεσμευτικό κατά την εκδίκαση της
αγωγής του κατά του προμηθευτή (Τράπεζας)».

