alampasis@gmail.com

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Ειδική διαδικασία διαφορών από αμοιβές δικηγόρων για την παροχή εργασίας των άρθρων 677 έως 681 του Κ.Πολ.Δικ.


1) Καθ' ύλην αρμοδιότητα

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 α', 2 και 16 αριθ. 2 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, ενώ στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και η αξία του αντικειμένου τους είναι άνω των 20.000 ευρώ και δεν υπερβαίνει το ποσό των 250.000 ευρώ. Κατ' εξαίρεση, στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται, μεταξύ άλλων, ακόμη και εάν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει τις 250.000 ευρώ, οι διαφορές που αφορούν τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 15 αρ. 11 (άρθρο 16 περ. 7 ΚΠολΔ). Η εξαιρετική αυτή αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου καθιερώνεται σε βάρος του πολυμελούς πρωτοδικείου και όχι σε βάρος του ειρηνοδικείου (ΕφΑΘ 7783/1983, ΕλλΔνη 1984, 361). Εάν, συνεπώς, η αξία του αντικειμένου των ως άνω διαφορών υπολείπεται του ποσού των 20.000 ευρώ, αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο (Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ. 2000, τόμος I, άρθρο 16, αριθ. 1, σελ. 54).

2) Εργολαβικό δίκης

Κατά μεν την παράγραφο 3 του άρθρου 92 του «Κώδικα περί  Δικηγόρων», ως ίσχυε ήδη προ της ασκήσεως κατά προ του έτους 2013 της αγωγής (πριν την ισχύ του νέου Κώδικα δικηγόρων, Ν.4194/2013 ΦΕΚ Α΄ 208/27.09.2013), επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, καθώς και συμφωνία για αμοιβή με εκχώρηση ή μεταβίβαση μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, η οποία, όμως, αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης, κατά δε την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει αμοιβή, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτό ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατός του, της έλλειψης του ουσιώδους όρου περί μη λήψης εκ μέρους του εντολοδόχου δικηγόρου της συμφωνημένης αμοιβής του σε περίπτωση αποτυχίας, καθιστώσας την όλη συμφωνία - χαρακτηριζομένη και ήδη γνωστή ως «σύμβαση εργολαβίας δίκης» - άκυρη και λογιζομένη σα να μην υπήρχε και συνεπώς μη συνεπαγομένη κανένα αποτέλεσμα (βλέπε τα άρθρα 3, 174 και 180 του Α.Κ.), της ακυρότητάς της δε εξεταζομένης και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (βλέπε Α.Π. 451/2000 ΕλλΔνη 41, 1601).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, μπορεί να συμφωνηθεί και σε ποσοστό επί του αντικειμένου της διεξαχθησομένης δίκης ή της προς διεκπεραίωση εργασίας και ότι η σχετική περί αμοιβής απαίτηση του δικηγόρου τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν επιτυχώς διεξαχθεί η δίκη ή επιλυθεί επιτυχώς με συμβιβασμό η διαφορά ή περαιωθεί με επιτυχία η εργασία, οπότε και μόνο μπορεί να ανακύψει ζήτημα αμοιβής του εντολοδόχου δικηγόρου, ως επιτυχούς της δίκης έκβασης - άρα και ως πλήρωσης της σχετικής αίρεσης - θεωρουμένης, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, του σταδίου εκείνου της όλης διαδικασίας, κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (βλέπε: Α.Π. 193/2008 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 59/2007 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 589/2007 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 48/2006 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 451/2000 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 1116/2000 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ», ΕλλΔνη 41, 1601, Α.Π. 737/1998 ΝοΒ 47, 1559). Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Σε περίπτωση που συμπράττουν πέραν του ενός δικηγόροι, το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%.

Η περί «εργολαβίας της δίκης» δε σύμβαση είναι κατά κανόνα υποσχετική και κατά συνέπεια ο δικηγόρος, μετά την πλήρωση της ανωτέρω αναβλητικής αίρεσης, δεν αποκτά αυτοδικαίως το ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης που συνιστά την αμοιβή του, αλλά έχει ενοχική αξίωση έναντι του εντολέα του για τη μεταβίβαση ή την καταβολή του ποσοστού αυτού, πλην όμως δικαιούται να παρακρατήσει το συμφωνημένο ποσοστό της αμοιβής του από το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα του ως προϊόν της δίκης εφόσον υφίσταται άλλη σχέση, βάσει της οποίας θα είχε τέτοιο δικαίωμα (λ.χ. εκχώρηση – βλ. παρακάτω καταπιστευτική εκχώρηση).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 Α.Κ., συνάγεται ότι α) μόνο η αμοιβή του δικηγόρου εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της δίκης, όχι δε και η αξίωση για την  καταβολή των εξόδων, η οποία, πλην από αντίθετη συμφωνία, είναι ανεξάρτητη  από το άνω αποτέλεσμα και β) επί εργολαβίας της δίκης, ο δικηγόρος δικαιούται  την αμοιβή του, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης, και επιπλέον τη δικαστηριακή δαπάνη, καθώς και τα άλλα έξοδα, που δαπάνησε εξ ιδίων για τη δίκη, εκτός υπάρξεως αντίθετης συμφωνίας. Επίσης, αν με το εργολαβικό συμφωνήθηκε αμοιβή μεγαλύτερη από το ανώτατο νόμιμο ποσοστό 20% που προβλέπεται από το άρθρο 92 παρ. 3 Κώδικα Δικηγόρων, ως προς το υπερβάλλον το εργολαβικό είναι άκυρο και γεννά υποχρέωση του δικηγόρου για απόδοση των επί πλέον ληφθέντων κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

3) Μη κοινοποίηση του συμφωνητικού εργολαβίας δίκης στη Δημόσια Οικονομική Εφορία μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία κατάρτισης και υπογραφής του (άρθρο  8 § 1 εδ. β` τελ. περίπτ. του Ν. 1882/1990)

Όσον αφορά δε τη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου  8 § 1 εδ. β` τελ. περίπτ. του Ν. 1882/1990 «Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής κλπ», σύμφωνα με την οποία «συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ  δικηγόρων και πελατών αυτών, με τις οποίες η αμοιβή συμφωνείται σε ποσοστό επί του αντικειμένου της αναλαμβανόμενης υπόθεσης, θεωρούνται από την αρμόδια για το φόρο Δημόσια Οικονομική Εφορία μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία κατάρτισης και υπογραφής τους, άλλως είναι ανίσχυρες και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα», η διάταξη αυτή από τη μία μεριά δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 677 του Κ.Πολ.Δικ. και της εφαρμοζόμενης στην προβλεπόμενη από τούτο ειδική διαδικασία διάταξης του άρθρου 671 § 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δικ., η οποία διάταξη, ως ειδικότερη εκείνης του ανωτέρω άρθρου του Ν. 1882/1990, εξακολουθεί να ρυθμίζει το παραδεκτό στην εν λόγω ειδική διαδικασία, ως αποδεικτικού μέσου, της μη θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. σύμβασης εργολαβίας δίκης και από την άλλη μεριά, ως αφορώσα η διάταξη αυτή του Ν. 1882/1990 μόνο τη θεώρηση, για φορολογικούς λόγους, των εργολαβικών δίκης που τυχόν έχουν συνταχθεί, δεν καθιερώνει, όπως άλλωστε και η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 95 § 2 εδ. α` του «Κώδικα περί Δικηγόρων», το έγγραφο ως συστατικό τύπο των περί αμοιβής των δικηγόρων συμβάσεων, οι οποίες έτσι είναι έγκυρες και αν δεν καταρτισθούν εγγράφως (βλέπε: Α.Π. 768/2000 ό.π., Εφ.Πειρ. 1160/2001 Πειρ.Νομ. 2002, 51).

4) Παραγραφή απαιτήσεων των δικηγόρων

Κατά το άρθρο 190 του ν.δ. 3026/1954 «περί του κώδικος των Δικηγόρων» (παραγραφή του άρθρου 190 του κωδικός δικηγόρων, ως ίσχυε ήδη προ της ασκήσεως κατά προ του έτους 2013 της αγωγής - το άρθρο 190 καταργήθηκε με το άρθρο 166 του  Νέου Κώδικα  Δικηγόρων, Ν.4194/2013 ΦΕΚ Α΄ 208/27.09.2013): «αι απαιτήσεις των Δικηγόρων δια τας αμοιβάς και τας δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξώδικων εργασιών, από το τέλος του έτους καθ` ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από το τέλος του έτους καθ` ο ενηργήθη υπ` αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις». Από τη διάταξη αυτή καθώς και από αυτές των άρθρων 250 παρ. 11 και 253 ΑΚ προκύπτει ότι η ανωτέρω παραγραφή έχει εφαρμογή σε απαιτήσεις δικηγόρων για αμοιβές και δαπάνες τους προερχόμενες από δίκες ή διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες τους. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται συμπληρωματικώς επί των ρυθμιζόμενων από το ως άνω άρθρο του Κώδικος των Δικηγόρων περιπτώσεων: «η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η δικαστική επιδίωξη δεν είναι δυνατή αν από νομικούς λόγους αποκλείεται η από τον δικαιούχο άσκηση αγωγής. Επίσης το αντικείμενο της δίκης, για τον υπολογισμό της αμοιβής μέχρι του ποσοστού 20%, προσδιορίζεται στο διατακτικό της τελεσίδικης απόφασης, με την οποία δικαιώνεται ο εντολέας (άρθρο 209 εδ. β` ΑΚ). Χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου (148/2015 ΕΦ ΠΕΙΡ, ΑΠ 407/2008). Ενόψει τούτων, χρόνος ενάρξεως της ως άνω πενταετούς παραγραφής είναι, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες, το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από τον δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη και υπό την προϋπόθεση ότι κατά το εν λόγω κρίσιμο χρονικό σημείο ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, λαμβανομένη η δίκη στο σύνολό της, ανεξαρτήτως των βαθμών δικαιοδοσίας από τους οποίους διήλθε η διαφορά ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντολέα του και όχι από του τέλους του έτους κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε κάθε μία επί μέρους διαδικαστική πράξη και αρχίζει από το τέλος του έτους, στο οποίο εμπίπτει η κατά τα ανωτέρω γένεση της αξίωσης. Συνεπώς, η έκδοση αποφάσεως του Αρείου Πάγου, καίτοι η επ` αυτής δίκη δεν αποτελεί νέο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν παύει να είναι "δίκη" και συνιστά τελευταία διαδικαστική πράξη της δίκης, λαμβανομένης στο σύνολό της, από την οποία αρχίζει ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος για την αμοιβή του (ΑΠ 407/2008, ΝΟΜΟΣ).

5) Καταπιστευτική εκχώρηση που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του δικηγόρου προς είσπραξη της αμοιβής του ΑΜΈΣΩΣ από το προϊόν της δίκης μετά τη τελεσιδικία, ΧΩΡΊΣ η εκχωρηθείσα απαίτηση να διέλθει από την  περιουσία του εκχωρητή

I) Καταπιστευτική εκχώρηση
Ο δικηγόρος δικαιούται να παρακρατήσει το συμφωνημένο ποσοστό της αμοιβής του από το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του πελάτη του, ως προϊόν  της δίκης, μόνον εφόσον υφίσταται άλλη σχέση βάσει της οποίας θα είχε τέτοιο δικαίωμα (λ.χ. εκχώρηση) ή συντρέχει νόμιμος λόγος που δικαιολογεί την άρνηση απόδοσης του εισπραχθέντος (π.χ. επίσχεση κατ` άρθρο 325 Α.Κ.). Εξάλλου, στα πλαίσια της μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου συμφωνίας για διεξαγωγή της δίκης εργολαβικώς, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο εντολέας εκχωρεί στον εντολοδόχο δικηγόρο, προς είσπραξη της συμφωνηθείσης αμοιβής του, ποσοστό της απαίτησής του κατά του αντιδίκου του. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καταπιστευτική εκχώρηση που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του δικηγόρου προς είσπραξη της αμοιβής του αμέσως από το προϊόν της δίκης μετά τη τελεσιδικία, χωρίς η εκχωρηθείσα  απαίτηση να διέλθει από την περιουσία του εκχωρητή. Η εκχωρούμενη για τον προαναφερόμενο λόγο απαίτηση, αφού είναι επίδικη δεν έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της εκχώρησης, αλλά τελεί υπό την αίρεση της τελεσιδίκου επιδίκασης, μέχρι δε την πλήρωση της αίρεσης αντικείμενο της εκχώρησης είναι η προσδοκία που αποκτά ο δικαιούχος, για την κτήση ολοκληρωμένης απαίτησης. Επομένως, στην περίπτωση που με τη συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, ο εντολέας προς εξασφάλιση της είσπραξης της συμφωνηθείσας αμοιβής του δικηγόρου εξεχώρησε σ` αυτόν μέρος της σε βάρος του αντιδίκου του επίδικης απαίτησης, ο δικηγόρος μέχρι την έκβαση της δίκης με τελεσίδικη απόφαση κλπ, αποκτά δικαίωμα προσδοκίας, η δε πλήρης ΑΠΌΚΤΗΣΗ της απαίτησης που εκχωρήθηκε ΑΠΟΚΤΆΤΑΙ με την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, δηλαδή με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο έκβαση της δίκης ή με την επίλυση της διαφοράς με συμβιβασμό εξωδικαστικώς ή με περαίωση της εργασίας (201 Α.Κ.). Εφόσον πληρώθηκε η αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης του εκχωρητή ή επιλύθηκε η διαφορά συμβιβαστικώς ή περαιώθηκε η εργασία ο εντολοδόχος δικηγόρος αποκτά την εκχωρηθείσα απαίτηση (αμοιβή του) [Βλ. 418/2003 ΑΠ]. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καταπιστευτική εκχώρηση που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του δικηγόρου προς είσπραξη της αμοιβής του αμέσως από το προϊόν της δίκης μετά τη τελεσιδικία, χωρίς η εκχωρηθείσα απαίτηση να διέλθει από την περιουσία του εκχωρητή (ΑΠ 418/2003 Ελλ.Δνη 44 (2003) σελ. 1597).

[Παραθέτω ενισχυτικό της καταπιστευτικής εκχώρησης άρθρο του «Κώδικα Περί Δικηγόρων» όπως ίσχυε πριν το πρώτο εδάφιο της παρ.2 αντικατασταθεί με το άρθρο 8 παρ.7 Ν.3919/2011,ΦΕΚ Α 32/2.3.2011, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 του αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από 3.7.2011, πριν καταργηθεί με το Ν. 4194/2013 ΦΕΚ Α΄ 208/27.09.2013, με το άρθρο 166 του οποίου καταργήθηκε ο παρών Κώδικας: «Διάδικος εισπράττων παρά του αντιδίκου αυτού δικαστικά έξοδα προκαταβληθέντα παρά  του  πληρεξουσίου  του  Δικηγόρου ή Δικηγορικάς αμοιβάς επιδικασθείσας δι` αποφάσεως και μη αποδίδων  ταύτας  αμελλητί εις  τον  δικαιούχον  διώκεται επί υπεξαιρέσει. Η συμπεφωνημένη αμοιβή οφείλεται και εάν η υπόθεσις λυθή  συμβιβαστικώς  επί  του  ποσού  του συμβιβασμού.»]

II) Η εκχώρηση γενικά

Η εκχώρηση είναι σύμβαση αναιτιώδης με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται το κύρος της από την ύπαρξη ή ανυπαρξία ή ακυρότητα της υποκειμένης σ′ αυτήν εσωτερικής αιτίας, δηλαδή της βασικής υποσχετικής δικαιοπραξίας, η οποία απετέλεσε την αιτία και το σκοπό της συνάψεως της. Εξάλλου η εκχώρηση είναι άτυπη, όπως προκύπτει εξ αντιδιαστολής από την ΑΚ 457 που επιβάλλει την υποχρέωση συντάξεως περί αυτής δημοσίου εγγράφου αν το ζητήσει ο εκδοχέας. Συνέπεια δε του αναιτιώδους χαρακτήρα της συμβάσεως εκχωρήσεως είναι ότι δεν απαιτείται τήρηση τύπου και όταν η αποτελούσα την αιτία της εκχωρήσεως βασική σύμβαση είναι τυπική δικαιοπραξία (ΑΠ 335/ 1999 Δνη 1999.1328).

III) Η εξασφαλιστική εκχώρηση – το πλεονέκτημα έναντι της ενεχύρασης απαίτησης ότι ΔΕΝ απαιτείται γνωστοποίησή της στον οφειλέτη

Η εξασφαλιστική, δε, εκχώρηση, επιλέγεται στην πράξη αντί της ενεχύρασης απαίτησης (ΑΚ 1247 επ) ενόψει των πλεονεκτημάτων απέναντι της, αφού για την ενεχύραση απαίτησης απαιτείται τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου (ΑΚ 1247 εδ· γ) και γνωστοποίηση της ενεχύρασης στον οφειλέτη (ΑΚ 1248), ενώ στην εκχώρηση αντιθέτως δεν απαιτείται τήρηση τύπου αφού αυτή καταρτίζεται και άτυπα ούτε απαιτείται γνωστοποίηση της στον οφειλέτη. Βέβαια, στην πράξη, αν δεν αναγγελθεί στον οφειλέτη δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα, μπορεί όμως να ενεργοποιηθεί, ως γνωστόν, και με την άσκηση της αγωγής για πρώτη φορά, ακόμη και με διαταγή πληρωμής.

6) Αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση και, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και μόνη δεν συνιστά άνευ άλλου και αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μία υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και όφειλε αυτός να το σεβαστεί. Οι αξιώσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία είναι δυνατόν να συρρέουν και να ασκηθούν παράλληλα, δεν μπορούν όμως εφόσον αλληλοκαλύπτονται και να ικανοποιηθούν μαζί, αφού η ικανοποίηση της μιας καθιστά χωρίς αντικείμενο την άλλη, εκτός εάν από την τελευταία παρέχεται πρόσθετη έννομη προστασία, μη παρεχόμενη από τη συρρέουσα αντικειμενικά (ΑΠ 737/2011).

7) Ως ενισχυτικό του κύρους του εργολαβικού δίκης, και προκειμένου ο εντολέας σε χρόνο ανύποπτο να ομολογήσει με εξώδικη ομολογία το κύρος τού (έγγραφου ή μη) εργολαβικού δίκης, ο δικηγόρος ΠΡΈΠΕΙ ΠΆΝΤΟΤΕ ΝΑ ΕΚΔΊΔΕΙ ΑΠΌΔΕΙΞΗ ΣΤΟ ΌΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΝΤΟΛΈΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΡΙΝΏΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟ

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται και η ομολογία του διαδίκου, η οποία αν μεν είναι δικαστική αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) και αν είναι εξώδικη εκτιμάται ελευθέρως από το Δικαστήριο (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ομολογία δε είναι η παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για τον διάδικο που ομολογεί και ωφελίμου για τον αντίδικό του. Αντικείμενο δε αυτής μπορεί να είναι μόνο όσα πραγματικά γεγονότα έχουν ανάγκη αποδείξεως και κατά συνέπεια για όσα πραγματικά περιστατικά ομολογούνται δεν διατάσσεται απόδειξη ούτε χωρεί ανταπόδειξη. Η ομολογία διαδίκου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχύει ως δικαστική ομολογία και στο Εφετείο, και αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος, για να ληφθεί δε υπόψη αρκεί να την επικαλεσθεί ο αντίδικος (βλ. ΑΠ 1301/1998 αδημ., ΑΠ 18/1994 ΕλλΔνη 1995,370,  ΑΠ 581/1992 ΕλλΔνη 1993,481, ΑΠ 1383/1992 ΕλλΔνη 1994,1349).

[Για να καταδειχτεί η σημασία του γεγονότος της έκδοσης απόδειξης από τον δικηγόρο κατά το χρόνο πληρωμής του προσωρινώς εκτελεστού, σε σχέση με την εξώδικη ομολογία από τον εντολέα της εγκυρότητας του συμφωνητικού εργολαβίας δίκης, ιδίως στην περίπτωση που το συμφωνητικό είναι έγγραφο, όποτε ελάχιστα είναι τα περιθώρια αμφισβήτησης από τον εντολέα της εγκυρότητας του έγγραφου εργολαβικού δίκης μεταγενέστερα, κατά το χρόνο εκδίκασης της αγωγής διαφορών από αμοιβές δικηγόρων, αν κατά το χρόνο έκδοσης απόδειξης (για το προσωρινώς εκτελεστό) ο εντολέας δεν αντιτάχθηκε στο ποσοστό που ενσωματώνει η απόδειξη, παραθέτω αυτούσιο το νομικό συλλογισμό της υπαγωγής της πράξης έκδοσης απόδειξης από τον δικηγόρο για το προσωρινώς εκτελεστό, στον εφαρμοστέο εν προκειμένω κανόνα δικαίου που απορρέει από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 352 ΚΠολΔ περί εξώδικης ομολογίας του αντιδίκου τού δικηγόρου – εντολέα στο εργολαβικό δίκης. Να σημειώσω ότι ο πειρασμός της αμφισβήτησης της εγκυρότητας του έγγραφου εργολαβικού δίκης, που στις περιπτώσεις που τα λεφτά είναι πολλά είναι πολύ πιθανός, μπορεί να αφορά στην ημερομηνία, στην υποχρέωση ή μη κοινοποίησης του εργολαβικού στο δικηγορικό σύλλογο, σε τυχόν χειρόγραφα συμπληρωμένα στοιχειά (ιδίως αν το ποσοστό αμοιβής  έχει τεθεί χειρόγραφα), κλπ, συνεπώς η τήρηση έγγραφου τύπου σε συνδυασμό με τυχόν ομολογία από μη αντίταξη του εντολέα στο ποσό της εκδοθείσας απόδειξης για το προσωρινώς εκτελεστό κατά τον προγενέστερο αυτό χρόνο, πριν δλδ η λειτουργία της σύμβασης εξελιχθεί ανώμαλα, είναι καθοριστικής σημασίας παράγοντας για την έκβαση της δίκης]


«Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση από το νομίμως προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από εμάς τους ενάγοντες νόμιμο φορολογικό παραστατικό απόδειξης πληρωμής που εκδόθηκε στις … Δεκεμβρίου 2008 από τον πρώτο από εμάς, επ’ ονόματι των εναγομένων, με αύξοντα αριθμό ..., ποσού ... Ευρώ η οποία καταγράφηκε στο θεωρημένο Βιβλίο Εσόδων – Εξόδων του έτους 2008, θεωρημένο πριν από τη χρησιμοποίησή του από την οικεία φορολογική Αρχή, από το οποίο προκύπτει ευθέως ότι οι ενάγοντες λάβαμε από το προσωρινώς εκτελεστό του ποσού των ..... ευρώ που το ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» κατέβαλε στους εναγόμενους – εντολείς μας στις … Δεκεμβρίου του έτους 2008, το ποσό των .... Ευρώ που αντιστοιχούσε στο ποσοστό της αμοιβής μας ύψους 20% που συμφωνήθηκε με το εργολαβικό δίκης, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι, ομολόγησαν ως προς τα πραγματικά περιστατικά αλλά και ως προς τη νομική εγκυρότητα του εργολαβικού δίκης που είναι αναγκαία για την θεμελίωση της αξιώσεως ημών των  ενάγοντων, αφού ουδέποτε μέχρι την ημερομηνία της πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης της επιδικασθείσας απαίτησης τους από το Ε.Κ (Νοέμβριος 2017) αμφισβήτησαν τόσο την εγκυρότητα του εγγράφου της εργολαβίας δίκης όσο και τη συμφωνία που απορρέει από το εν λόγω  έγγραφο. Από την ομολογία αυτή, την οποία επικαλούμαστε με την αγωγή μας, αποδεικνύεται πλήρως η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αφού ουδέποτε οι ενάγοντες αμφισβήτησαν κατ’ οποιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα του μεταξύ μας έγγραφου συμφωνητικού εργολαβίας δίκης. Την εγκυρότητα του έγγραφου συμφωνητικού αμφισβήτησαν το πρώτον το  Νοέμβριο του έτους 2017, όταν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης και το ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» κατέβαλε στους εναγόμενους το ποσό των ......,46 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της επιδικασθείσας απαίτησής τους, και ως κομιστές των τραπεζικών επιταγών της Εθνικής Τράπεζας εκδόσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου κατέθεσαν αυτές σε τραπεζικούς λογαριασμούς τους, οπότε πιστώθηκε στους λογαριασμούς τους (και) η απαίτησή μας που αποκτήσαμε από το ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» δυνάμει της συμβάσεως καταπιστευτικής εκχωρήσεως του εργολαβικού δίκης, την οποία (απαίτησή μας) στη συνέχεια ιδιοποιήθηκαν παρανόμως. Συνεπώς η μη αμφισβήτηση της εγκυρότητας της μεταξύ μας έγγραφης εργολαβίας δίκης κατά το χρόνο έκδοσης του παραπάνω φορολογικού παραστατικού (Δεκέμβριος 2008) συνιστά ομολογία περί του εγκύρου του εγγράφου της εργολαβίας δίκης, πρόκειται δηλαδή για παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για τους αντιδίκους μας που ομολογούν και ωφελίμου για εμάς. Αντικείμενο δε της εν λόγω ομολογίας περί εγκυρότητας της μεταξύ μας έγγραφης συμφωνίας εργολαβίας δίκης συνίσταται, κατά την πάγια άποψη της νομολογίας, μόνο για όσα πραγματικά γεγονότα έχουν ανάγκη αποδείξεως και κατά συνέπεια για όσα πραγματικά περιστατικά ομολογούνται δεν διατάσσεται απόδειξη ούτε χωρεί ανταπόδειξη (βλ. ΑΠ 1301/1998 αδημ., ΑΠ 18/1994 ΕλλΔνη 1995,370, ΑΠ 581/1992 ΕλλΔνη 1993,481, ΑΠ 1383/1992 ΕλλΔνη 1994,1349).»