alampasis@gmail.com

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)


Αντισυνταγματικότητα του "τέλους" 

Επειδή, στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», στο δε άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι  «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που  καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της  περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις  οποίες αναφέρεται ο φόρος». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο νομοθέτης είναι, κατ` αρχήν, ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των  οικονομικών επιβαρύνσεων για τη δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του κράτους, που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνόμενους πολίτες με διάφορους τρόπους, περιορίζεται όμως από ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από το συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα. Οι αρχές αυτές είναι η καθολικότητα της επιβάρυνσης και η ισότητα αυτής έναντι των βαρυνομένων, εξειδικευόμενη με τον, κατ` αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, καθορισμό του φορολογικού βάρους, το οποίο, πάντως, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ αντικειμένου οριζόμενης φορολογητέας ύλης, όπως είναι το εισόδημα, η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. Κατά την έννοια όμως των ίδιων ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνο κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφόσον πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη, η οποία, κατ` αυτό τον τρόπο, επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα (Σ.τ.Ε. 2469- 2471/2008 Ολομ.).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση τηςτροπολογίας που προβλέπει την επιβολή ειδικού τέλους στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα (σελίδα 1 παρ. 3) "με κριτήριο την καθολικότητα, την αναλογικότητα και την προσφορότητα, (δηλαδή τη δυνατότητα ταχείας είσπραξης των σχετικών εσόδων έτσι ώστε να διασφαλισθεί η εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2011,) επιλέχθηκε από την Κυβέρνηση η επιβολή ειδικού τέλους στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα με οικιστική ή εμπορική χρήση, αφού λήφθηκε υπόψη, αφενός μεν ότι το μέτρο αυτό συμβάλλει λιγότερο, σε σύγκριση με άλλα δυνατά μέτρα αμέσου αποτελέσματος (όπως π.χ. μείωση των μισθών και συντάξεων κ.ό.κ) στην περαιτέρω αύξηση της ύφεσης, αφετέρου δε, ότι επιβάλλεται σε περιουσία της οποίας η πραγματική αξία εξαρτάται απολύτως από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και συνεπώς, εμπεριέχει σαφή στοιχεία εμμέσου ανταποδοτικής  ικανότητας".
Επίσης, σύμφωνα με το εδάφιο της ίδιας ως άνω αιτιολογικής έκθεσης  που προβλέπει τα γενικά χαρακτηριστικά του μέτρου, "επιβάλλεται ειδικό τέλος κλιμακούμενου συντελεστή με τιμή τα 3 εως 16 ευρώ ανά τ.μ. στις ηλεκτροδοτούμενες δομημένες επιφάνειες με οικιστική ή εμπορική χρήση οι οποίες αποτελούν και τη βάση επιβολής του Τ.Α.Π. της παρ. 1 του άρθρου 24 του ν.2130/1993. Στην ίδια παράγραφο ορίζεται επίσης το είδος της περιουσίας πάνω στην οποία επιβάλλεται το τέλος σύμφωνα με την πρόβλεψη της παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος, η οποία είναι οι δομημένες επιφάνειες που ηλεκτροδοτούνται για οικιστική ή εμπορική χρήση και οι οποίες αποτελούν την βάση και για το τέλος της ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ) που επιβάλλεται υπέρ των Ο.Τ.Α. σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν.2130/1993.


Επειδή, στο ν. 2130/1993 «Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων ... για τις προσόδους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Τ.Α.Π)...» (ΦΕΚ Α 62) και ειδικότερα στο άρθρο 24 αυτού ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:  : «1. Από 1ης Ιανουαρίου 1993 επιβάλλεται υπέρ των δήμων και κοινοτήτων τέλος (ΤΑΠ), το οποίο υπολογίζεται επί της αξίας της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται εντός της διοικητικής τους περιφέρειας κατά τις ακόλουθες διακρίσεις : α) Στα πάσης φύσεως ακίνητα που βρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή εντός των ορίων οικισμών υφιστάμενων προ του έτους 1923 ή εντός ορίων οικισμών πληθυσμού κάτω των δύο χιλιάδων (2.000) κατοίκων. β) Στα κάθε είδους κτίσματα που βρίσκονται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων οικισμών υφιστάμενων προ του έτους 1923 ή εκτός ορίων οικισμών πληθυσμού κάτω των δύο χιλιάδων (2.000) κατοίκων. Στην περίπτωση β΄ για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη, από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, η αξία των κτισμάτων και η αξία της διπλάσιας έκτασης από εκείνη που καταλαμβάνουν τα κτίσματα, εφ’ όσον υφίσταται. 2. Ο συντελεστής του τέλους καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου από μηδέν εικοσιπέντε τοις χιλίοις (0,25ο/οο), μέχρι μηδέν τριάντα πέντε τοις χιλίοις (0,35ο/οο) είναι ενιαίος για όλη τη διοικητική τους περιφέρεια. Η απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου λαμβάνεται μέχρι 31 Οκτωβρίου του προηγούμενου έτους και ισχύει και για τα επόμενα έτη μέχρι να τροποποιηθεί. Ειδικά για το έτος 1993 η απόφαση αυτή λαμβάνεται μέχρι 31 Μαΐου. 3. Το τέλος βαρύνει τον κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους κύριο του ακινήτου και σε περίπτωση επικαρπίας ή νομής τον επικαρπωτή ή νομέα. 4. Για τον υπολογισμό του τέλους λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των ακινήτων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου που ανήκουν στον αυτόν υπόχρεο και βρίσκονται μέσα στη διοικητική περιφέρεια του δήμου ή της κοινότητας κατά τις διακρίσεις των διατάξεων των παρ. 8 και 15 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας το ποσό του τέλους υπολογίζεται κατά το λόγο της μερίδας κάθε συνιδιοκτήτη. 5. (…).  .... 10. Το τέλος συνεισπράττεται από τη Δ.Ε.Η., με δόσεις ίσες προς τον αριθμό των λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος. … 15. Για τα ακίνητα που ΔΕΝ έχουν μετρητή της Δ.Ε.Η. η βεβαίωση και είσπραξη του τέλους γίνεται με βεβαιωτικούς καταλόγους σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τη βεβαίωση και είσπραξη των εσόδων των δήμων και κοινοτήτων... Οι ανωτέρω  κατάλογοι συντάσσονται με βάση τα στοιχεία των δηλώσεων και περιλαμβάνουν και τα ακίνητα  για τα οποία  δεν υποβλήθηκε δήλωση από τους υπόχρεους, με βάση  τα στοιχεία  που έχουν στην διάθεσή τους οι δήμοι και οι κοινότητες  ή με αυτά  που προκύπτουν  ύστερα από έλεγχο για τον προσδιορισμό των ακινήτων που δεν δηλώθηκαν.

Συνάγεται από τα ανωτέρω, ότι το ΤΑΠ που επιβάλλεται υπέρ των Ο.Τ.Α. (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν.2130/1993) ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗ ΒΑΣΗ στην οποία επιβάλλεται και το τέλος στις ηλεκτροδοτούμενες δομημένες επιφάνειες, υπολογίζεται «επί της αξίας της ακίνητης περιουσίας ΣΥΝΟΛΙΚΑ», «στα πάσης φύσεως ακίνητα» , «στα κάθε είδους κτίσματα» όπως επίσης «στο ΣΥΝΟΛΟ των ακινήτων που ανήκουν στον υπόχρεο» ΑΣΧΕΤΩΣ δηλαδή  αν πρόκειται για ηλεκτροδοτούμενο ή ΜΗ ακίνητο .

Προκύπτει δηλαδή ότι το επιβαλλόμενο  υπέρ των δήμων και κοινοτήτων ΤΑΠ που χρησιμοποιείται ως ΒΑΣΗ για το επαίσχυντο αυτό ειδικό τέλος,  υποχρεούνται να καταβάλουν ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ οι  ιδιοκτήτες ακινήτων και ειδικότερα  για τα  ηλεκτροδοτούμενα, η είσπραξη του Τ.Α.Π γίνεται απευθείας μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ, ενώ για τα μη ηλεκτροδοτούμενα (κτίσματα ή οικόπεδα) που δεν έχουν μετρητή της Δ.Ε.Η.  η είσπραξη του Τ.Α.Π γίνεται από τους Δήμους ή Κοινότητες στους οποίους ανήκουν και δηλώνονται με βεβαιωτικούς καταλόγους σύμφωνα με τις διατάξεις που  ισχύουν για τη βεβαίωση και είσπραξη των εσόδων των δήμων και κοινοτήτων...

Επομένως με την επιβολή του ΤΑΠ,  ΔΕΝ παραβιάζεται  το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο ορίζεται ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», ΟΥΤΕ το  άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο  «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος», διότι ΔΕΝ παραβιάζεται κάποια από τις γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από το συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα

Η επιβολή συνεπώς του ΤΑΠ , ΔΕΝ παραβιάζει την αρχή   της καθολικότητας της επιβάρυνσης ούτε της ισότητας αυτής έναντι των βαρυνομένων αφού το τέλος αυτό υπολογίζεται «επί της αξίας της ακίνητης περιουσίας ΣΥΝΟΛΙΚΑ» και αφορά  «στα πάσης φύσεως ακίνητα» και  «στα κάθε είδους κτίσματα», ενώ υπόχρεοι καταβολής είναι οι «ιδιοκτήτες ακινήτων για το ΣΥΝΟΛΟ της ακίνητης περιουσίας τους». Καταληκτικά, όσον αφορά το ΤΑΠ γίνεται  εξειδίκευση , κατ` αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, περαιτέρω , γίνεται  καθορισμός του φορολογικού βάρους, το οποίο, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ αντικειμένου οριζόμενης φορολογητέας ύλης (ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ δηλ της ακίνητης περιουσίας).

Στην προκείμενη περίπτωση, η επιβολή ειδικού τέλους στις ηλεκτροδοτούμενες δομημένες επιφάνειες με οικιστική ή εμπορική χρήση ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ την αρχή της ισότητας αυτής έναντι των βαρυνομένων αφού το τέλος αυτό ΔΕΝ υπολογίζεται επί της αξίας της ακίνητης περιουσίας ΣΥΝΟΛΙΚΑ, ούτε αφορά στα πάσης φύσεως ακίνητα και  στα κάθε είδους κτίσματα (όπως συμβαίνει με το ΤΑΠ), αλλά γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ  ηλεκτροδοτούμενων και ΜΗ ακινήτων.

Εξάλλου, η ενλογω διάταξη ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ (και) την αρχή της καθολικότητας του φόρου, διότι, η ένδικη εισφορά ΔΕΝ επιβάλλεται σε συγκεκριμένη κατηγορία συναλλασσομένων (επί της αξίας της ακίνητης περιουσίας τους ΣΥΝΟΛΙΚΑ), τούτο όμως γίνεται βάσει κριτηρίου (ηλεκτροδοτούμενες και μη επιφάνειες)  που δήθεν συνάπτεται με το ρυθμιζόμενο θέμα, κατά τρόπο που η ενλογω διάταξη αντίκειται στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «Το κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης».

Επίσης κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος του 1975, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και συνεισφέρουν αδιακρίτως στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η αρχή της ισότητας και ειδικότερα της ίσης, ανάλογα με τις δυνάμεις καθενός, φορολογικής επιβάρυνσης, επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση από το νομοθέτη ομοίων καταστάσεων από άποψη φοροδοτικής ικανότητας. Πέρα όμως από την εν λόγω υπόδειξη, με τη διάταξη αυτή διατυπώνεται και θετικός κανόνας δικαίου, δεσμευτικός για τον κοινό νομοθέτη. Έχει προς αυτή την κατεύθυνση κριθεί ότι  ΔΕΝ είναι συνταγματικά επιτρεπτή η καθιέρωση από το φορολογικό νόμο δυσμενέστερης μεταχείρισης των εγγάμων έναντι των αγάμων (Σ.τ.Ε 1154/1983)Ομοίως, ΔΕΝ θα μπορούσε να είναι συνταγματικά επιτρεπτή η καθιέρωση από το φορολογικό νόμο δυσμενέστερης μεταχείρισης των ιδιοκτητών ακίνητης ηλεκτροδοτούμενης περιουσίας έναντι των ιδιοκτητών μη ηλεκτροδοτούμενης ακίνητης περιουσίας, αφού, με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις επιβάλλεται η ικανοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων, χωρίς  αντίθετες προς το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος διακρίσεις σε βάρος των υποκειμένων του δικαιώματος, σε σύγκριση με άλλα υποκείμενα του ίδιου δικαιώματος, αλλιώς, εκτός των άλλων, αντί να παρέχεται η επιβαλλόμενη προστασία, θίγεται το κοινωνικό δικαίωμα, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.

Και ναι μεν έχει κριθεί ότι  κατά την  έννοια των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνο κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφόσον πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη, η οποία, κατ` αυτό τον τρόπο, επιτρέπει την επιβάρυνση του  συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών  κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα (Σ.τ.Ε. 2469-  2471/2008 Ολομ.), πλην όμως, η εν λογω διάταξη, αντίκειται στις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις και αρχές, διότι η επιβολή του ένδικου τέλους ΔΕΝ βαρύνει τους υπόχρεους με γενικό και αντικειμενικό κριτήριο όπως το ύψος της καταβολής του τέλους από τους βαρυνόμενους ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας στο ΣΥΝΟΛΟ της ακίνητης περιουσίας τους (όπως συμβαίνει με το ΤΑΠ), από το οποίο θα τεκμαίρονταν, κατά την κοινή πείρα, η ύπαρξη αντίστοιχης οικονομικής δύναμης και, επομένως, φοροδοτικής ικανότητας των εν λόγω ιδιοκτητών ανεξαιρέτως, αλλά διαχωρίζει την κατά τα άλλα ΟΡΙΣΜΕΝΗ φορολογητέα ύλη της ακίνητης περιουσίας, σε ηλεκτροδοτούμενη και μη, με αποκλειστικό σκοπό την παράνομη  εκμετάλλευση της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων που τηρεί η ΔΕΗ για τα ακίνητα που έχουν μετρητή κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ώστε η βεβαίωση και είσπραξη του εν λογω τέλους να επιχειρηθεί ΒΙΑΙΑ από τη ΔΕΗ, λογω της εκτίμησης του κυβερνητικού επιτελείου περί ανικανότητας –λευκής κατ άλλους απεργίας- του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και συνεπώς αδυναμίας είσπραξης των φόρων

Αυτό ακριβώς ομολόγησε με δηλώσεις του ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να δικαιολογήσει την επαίσχυντη μεθόδευση της επιχειρούμενης βίαιης είσπραξης του εν λογω τέλους  από τη ΔΕΗ (υπό την ψυχολογική βία της διακοπής της ηλεκτροδότησης), με το σκεπτικό ότι "Χρειαζόμαστε έναν μηχανισμο υποκατάστασης των μειωμένων αποδόσεων της διοίκησης" , «κάτι που ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ ΑΜΕΣΑ, ΝΑ ΑΠΟΔΩΣΕΙ ΓΡΗΓΟΡΑ και ΝΑ ΜΗΝ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ»!!! (βλ. απο 2:20 εως 3:00 του βιντεο).
    
Ομολογία που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις δηλώσεις του δύστυχου αυτού ανθρώπου (ο οποίος ενώ κατά τα λοιπά τυγχάνει εξαίρετος συνταγματολόγος, υπό το βάρος όμως των δανειστών μας, εξαναγκάζεται σε δημόσιο διασυρμό του Συντάγματος κατά τρόπο που ευτελίζεται διεθνώς ο νομικός πολιτισμός μας, ή εν πάση περιπτώσει ότι απέμεινε από αυτόν), ο οποίος την 23η  Ιουνίου, ως  αντιπρόεδρος της κυβέρνησης δήλωνε εμφατικά ότι μετά την επιβολή των φόρων που είχαν αποφασιστεί για τα ακίνητα δεν θα χρειαζόταν άλλη παρέμβαση και ειδικά μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ με το σκεπτικό  ότι  “Δεν είναι οι λογαριασμοί της ΔΕΗ ο μοχλός για να εισπράττεις τέλη ή φόρους και ιδίως φόρους, διότι το ηλεκτρικό ρεύμα είναι ένα κοινωνικό αγαθό θεμελιώδες και δεν μπορείς να συνδέεις την εκπλήρωση άλλων υποχρεώσεων με τους μηχανισμούς αυτούς που έχουν άλλο σκοπό”… (βίντεο εδω)

n    Η αθλιότητα των απαλλαγών από το έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών

Οι απαλλαγές από το έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών   ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΙΔΙΕΣ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΑΠ που προβλέπει ο ν. 2130/1993 (άρθ. 24, παρ. 7), για τα ακίνητα  που ανήκουν:

α)  Στο Ελληνικό Δημόσιο στα Ν.Π.Δ.Δ. στους Ο.Τ.Α.  και στις δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις  ή εκμεταλλεύσεις.
β)  Στους Ναούς στις Ιερές Μονές, στο Ιερό Κοινό του Πανάγιου Τάφου, στην Ιερά Μονή του `Ορους Σινά, στον `Αγιον `Ορος, στην Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος και στα Θρησκευτικά γενικά ιδρύματα.
γ) Στα αναγνωρισμένα ξένα θρησκευτικά και δογματα, που τα χρησιμοποιούν αποκλειστικά για την άσκηση  δημόσιας λατρείας και την διεξαγωγή υπηρεσιών θρησκευτικής φύσεως.
δ)  Στα φιλανθρωπικά ιδρύματα δημόσιου χαρακτήρα.
ε)  Στα ημεδαπά νομικά πρόσωπα που υπάρχουν ή θα συσταθούν και δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτηρα, καθώς και οι περιουσίες  του άρθρου 96 του α.ν. 2039/1939 (ΦΕΚ 455 Α`) "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως  και κωδικοποιήσεως  των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών  σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών ", εφόσον επιδιώκονται από αυτά  αποδεδειγμένα  σκοποί εθνωφελείς  ή θρησκευτικοί ή σε ευρύτερο κύκλο φυλανθρωπικοί ή εκπαιδευτικοί ή καλλιτεχνικοί ή κοινωφελείς ή εκκλησιαστικοί, καθώς και ξένα που επιδικώκουν τους ίδιουις σκοπούς, με τον όρο της αμοιβαιότητας.
στ) Στα αθλητικά σωματεία, ενώσεις, ομοσπονδίες που έχουν νόμιμα αναγνωρισθεί  από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και τα οποία  χρησιμοποιούνται αποκλειστικά  ως γήπεδα  ή χώροι αθλητικών εγκαταστάσεως για την πραγματοποίηση των αθλητικών  τους σκοπών.
ζ)  Στα ξένα  κράτη όταν αυτά χρησιμοποιούνται για την εγκατάσταση πρεσβιών και προξενείων αυτών με τον όρο της αμοιβαιότητας.
Επίσης απαλλάσονται του ανωτέρω τέλους:
α) Τα κτίσματα οικοδομής που ανεγείρεται, για μια  επταετία από τη χορήγηση της οικοδομικής άδειας ή μέχρι να εκμισθωθούν ή κατά οποιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιηθούν αυτά πριν από την πάροδο της επταετίας. Μετά την πάροδο της επταετίας από τη χορήγηση της οικοδομικής  άδειας ή  από την  εκμίσθωση ή τη χρησιμοποιήση τους  με οποιονδήποτε τρόπο πριν από την πάροδο της επταετίας τα διαμερίσματα  πολυκατοικίας που ανεγείρεται  και δεν έχουν  πωληθεί, τα οποία  συμφωνήθηκε να μεταβιβασθούν στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτός θα υποδείξει, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θεωρούνται, κατ` αμάχητο τεκμήριο, ότι έχουν μεταβιβασθεί στον εργολάβο  μαζί με το ποσοστό του οικοπέδου που τους αναλογεί (πρόσεξε: τούτα εδώ τα ακίνητα αν και εξαιρούνται ρητά από την επιβολή ΤΑΠ, ΔΕΝ εξαιρούνται από το τέλος ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων – εξαιρούνται όμως ΟΛΑ τα παραπάνω και παρακάτω βλ. εκκλησίες, μαναστήρια, πρεσβείες, ευαγή ιδρύματα κλπ, όπου δηλαδή φοβούνται το πολιτικό κόστος ή το βούρδουλα, βλ. Πρεσβεία Γερμανίας).
β)  Οι κοινόχρηστοι χώροι πολυκατοικιών και
γ)  Τα ακίνητα που έχουν χαρακτηριθεί:
- Ως  δημόσιοι χώροι ταφής (νεκροταφεία)
- Ως διατηρητέα, με απόφαση  του αρμόδιου  υπουργού, και δεν ιδιοχρησιμοποιούνται ή δεν αποφέρουν  εισόδημα.
- Ως χώροι ιστορικών ή αρχαιολογικών μνημείων.
δ)  Τα κτίσματα  που βρίσκονται  εκτός οικισμού ή σε αγροτικές  περιοχές και χρησιμοποιούνται για το σταυλισμό των ζώων.

Πρόσεξε όμως ποια η διαφορά μεταξύ Τ.Α.Π (τέλος ακίνητης περιουσίας)  και Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε (ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών): Ενώ και τα δυο χαρακτηρίζονται ως «τέλη» το μεν Τ.Α.Π είναι όντως τέλος , το δε  Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. δεν είναι... Και αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι  ο συντελεστής για το Τ.Α.Π καθορίζεται από μηδέν εικοσιπέντε τοις χιλίοις (0,25ο/οο), μέχρι μηδέν τριάντα πέντε τοις χιλίοις (0,35ο/οο) και είναι ενιαίος για όλη τη διοικητική περιφέρεια, ενώ για το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. ο συντελεστής καθορίζεται από 0,50 ευρώ έως 16 ευρώ ανά τετραγωνικό!!! Πρόκειται συνεπώς ΟΧΙ για «ειδικό τέλος» (όπως είναι το ΤΑΠ), αλλά για ΦΟΡΟ ΣΤΗΝ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ, ο οποίος μάλιστα χαρακτηρίστηκε προκλητικά ως «τέλος», προκειμένου πλην των άλλων, να απαλλαγούν σκανδαλωδώς από την καταβολή του οι ως άνω  εξαιρούμενοι (εκκλησία , πρεσβείες, φιλανθρωπικά ιδρύματα κλπ). Τούτο δε, κατά κατάφορη παραβίαση του Συντάγματος και προκλητική καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 1249/1982 που προβλέπει την επιβολή φόρου σε ΟΛΑ τα ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ από την ιθαγένεια, κατοικία ή την  έδρα  του ιδιοκτήτη τους.

Ορίζεται , στο άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 1249/1982 (ΦΕΚ Α  13/5.4.1982)   ότι  "Από  το  οικονομικό έτος 1982 και σε κάθε επόμενο έτος επιβάλλεται φόρος στην ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα. Στο φόρο  υποβάλλεται η συνολική  αξία της περιουσίας που ανήκει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και αποτελείται από ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα ή εμπράγματα δικαιώματα σ` αυτά, εκτός της υποθήκης". Κατά δε  το  άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια, κατοικία ή την  έδρα  του,  φορολογείται για  την  ακίνητη  περιουσία του, που βρίσκεται στην Ελλάδα στην πρώτη Ιανουαρίου του έτους φορολογίας".

Τέλος κατά την έννοια της αναλογίας επιτάσσεται η δημιουργία ad hoc κανόνα δικαίου είτε με βάση υφιστάμενους κανόνες δικαίου που ρυθμίζουν παρόμοιες περιπτώσεις (αναλογία νόμου) είτε με βάση τις αρχές που διέπουν το σύστημα του δικαίου (αναλογία δικαίου). Τι σημαίνει όμως «ίση ρύθμιση»? Νομολο­γία και θεωρία, τόσο στην Ελλάδα όσο και αλ­λού, υπογράμμιζαν ανέκαθεν ότι ίση ρύθμιση σημαίνει όμοια μεταχείριση των όμοιων και α­νόμοια (αναλογική) μεταχείριση των ανόμοιων.

Η συνταγματικά κατοχυρωμένη ισότητα του νόμου νοείται, επομένως, ως ισότητα αναλογι­κή. Άρα αυτή παραβιάζεται τόσο στην περίπτω­ση, που ουσιωδώς όμοιες σχέσεις ή καταστά­σεις γίνονται αντικείμενο διαφορετικής ή άνισης ρύθμισης, όσο και στην περίπτωση που ουσια­στικά διάφορες, ανόμοιες ή άνισες καταστάσεις υπάγονται στην ίδια ρύθμιση. Η νομική ισότητα αποκλείει, λοιπόν, κατ' αρχήν, την ισοπεδωτική (ή μαθηματική όπως αλλιώς λέγεται) ισότητα και επιβάλλει τη διαφοροποιητική ή αναλογική νομοθετική μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων και σχέσεων. Απαγορεύει άρα όχι μόνο την άνιση μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων με την καθιέρωση προνομίων ή ε­ξαιρέσεων από τον γενικό κανόνα βασισμέ­νων σε αυθαίρετα κριτήρια, αλλά και την ισο­πέδωση, δηλαδή την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχεί­ριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφο­ρετικές πραγματικές ή νομικές συνθήκες με βάση εντελώς τυπικά ή συμπτωματικά στοιχεία (ΣτΕ 2786/1984 , Ολομ., ΝοΒ 1984.1430 , ΣτΕ 2789/1984 , Ολομ., ΝοΒ 1984.1442 και ΣτΕ 2144/1984, ΝοΒ 1985.526). Απαγορεύει άρα το Σύνταγμα την πρόβλεψη  περί  απαλλαγής  από το έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών  της εκκλησίας, των πρεσβειών κλπ, αφού αυτό αποτελεί  άνιση μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων με την καθιέρωση προνομίων ή ε­ξαιρέσεων από τον γενικό κανόνα βασισμέ­νων σε αυθαίρετα κριτήρια (απαλλαγή εκκλησίας κλπ  βάσει των διατάξεων επιβολής του Τ.Α.Π, το οποίο ΔΕΝ είναι φόρος αλλα τέλος). 

Τέλος η υποχρέωση καταβολής του ενλογω τέλους από ευπαθείς ομάδες όπως άνεργοι κλπ αποτελεί  περίπτωση που ουσια­στικά διάφορες, ανόμοιες ή άνισες καταστάσεις υπάγονται στην ίδια ρύθμιση κατά τρόπο που παραβιάζει ευθέως το άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και συνεισφέρουν αδιακρίτως στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Είναι από αυτά προφανές, ότι οι ευπαθείς ομάδες όπως οι άνεργοι, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών δεν συνεισφέρουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους σε σχέση με τη φορολογική επιβάρυνση τους, παραβιάζεται συνεπώς η αρχή της  ομοιόμορφης μεταχείρισης από το νομοθέτη ανόμοιων καταστάσεων από άποψη φοροδοτικής ικανότητας, η οποία είναι στην περίπτωση των ανέργων  ανύπαρκτη