alampasis@gmail.com

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Αριθμός Απόφασης 145/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας: Ακύρως εκδίδεται διαταγή πληρωμής όταν υφίσταται ως προς τους επικαλούμενους ως καταχρηστικούς όρους δεδικασμένο υπέρ του συνόλου των καταναλωτών που απορρέει από δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν επί συλλογικών αγωγών μεταξύ Ενώσεων Καταναλωτών και Τραπεζών


Στη δίκη αυτή η ανακόπτουσα (δανειολήπτης - εντολέας μου) ισχυρίστηκε ότι ακύρως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, διότι υφίστατο ως προς τους επικαλούμενους από αυτή ως καταχρηστικούς όρους δεδικασμένο υπέρ του συνόλου των καταναλωτών και συνακόλουθα και της ίδιας [ανακόπτουσας] που απορρέει από δικαστικές αποφάσεις (μεταξύ άλλων της ΑΠ 1219/2001) που εκδόθηκαν επί συλλογικών  αγωγών μεταξύ Ενώσεων Καταναλωτών και Τραπεζών, από τις οποίες [αποφάσεις] παράγεται μια ιδιότυπη δεσμευτικότητα, που ισχύει έναντι πάντων και  αν δεν ήταν διάδικοι και επομένως, όσα αυτές καθορίζουν ισχύουν και για όλες τις τράπεζες, το οποίο [δεδικασμένο] αναλογικά, λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής που προσβλήθηκε με ανακοπή.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής, κρίθηκε ως επαρκώς ορισμένος παρά του περί αντιθέτου ισχυρισμού της καθ ης Τράπεζας (Eurobank). Περαιτέρω,  πιθανολογήθηκε ότι είναι νόμιμος, με το σκεπτικό, ότι «η ενέργεια της ισχύος της απόφασης επί της συλλογικής αγωγής εκδηλώνεται (όπως ακριβώς και του δεδικασμένου) τόσο εξωδίκως, υπό την έννοια ότι οι προμηθευτές (Τράπεζες) είναι υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν προς όσα ορίζει η απόφαση, όσο και σε δικονομικό επίπεδο, έτσι ώστε αν το ζήτημα, που κρίθηκε με τη συλλογική αγωγή, είναι προδικαστικό δίκης, που διεξάγεται μεταξύ καταναλωτή και προμηθευτή (οποιουδήποτε καταναλωτή έστω και μη μέλους της ένωσης, έστω και αν δεν είχε μετάσχει στη δίκη επί της συλλογικής αγωγής) το δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση επί της συλλογικής αγωγής. Συνεπώς, αν η συλλογική αγωγή είχε γίνει δέκτη (π.χ. είχε αναγνωρίσει ορισμένο Όρο στο έντυπο της σύμβασης ως καταχρηστικό), ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεστεί το αποτέλεσμα της απόφασης ως δεσμευτικό κατά την εκδίκαση της αγωγής του κατά του προμηθευτή (Τράπεζας)».

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πιθανολογήθηκε ότι θα ευδοκιμήσει ο ανωτέρω λόγος  της ανακοπής της αιτούσας, πρόσθετα δε ότι  θα ακυρωθεί εν μέρει η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής ως προς το κονδύλιο των  «εξόδων διαχείρισης/συνδρομής» το οποίο έχει κριθεί ως παράνομο με  δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν επί συλλογικών αγωγών μεταξύ Ενώσεων Καταναλωτών και Τραπεζών. Με βάση αυτό το σκεπτικό η απόφαση ανέστειλε την εκτέλεση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, επειδή  πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από την άμεση αναγκαστική εκτέλεση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, κάνοντας δεκτή την αίτηση αναστολής ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, διατάσσοντας την  χωρίς εγγύηση αναστολή της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής.

Κατά τα λοιπά η απόφαση πιθανολόγησε ότι θα απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της ανακοπής με τους οποίους πλήττονται ως άκυροι ορισμένοι όροι της επίδικης σύμβασης, προεχόντως ως απαράδεκτοι διότι περιέχουν -σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου- μόνο γενική και ασαφή αμφισβήτηση της ορθότητας του  λογαριασμού μεταξύ της τράπεζας και της πιστούχου, χωρίς να εκτίθενται όμως, κατά τρόπο συγκεκριμένο, ποιο είναι το υπερβάλλον ποσό κατά το οποίο είναι άκυρη η επίδικη σύμβαση και κατά το οποίο ζητείται η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, με το σκεπτικό ότι επί ανακοπής, το Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται αν δεν καθορίζεται το αμφισβητούμενο ποσό των κάθε είδους τόκων και λοιπών χρεώσεων  στους οποίους αναφέρεται η ανακοπή.

Ερωτάται βεβαίως εδώ, με ποιο τρόπο θα μπορούσε στην προκειμένη περίπτωση  η ανακόπτουσα να καθορίσει το αμφισβητούμενο ποσό των κάθε είδους τόκων και λοιπών χρεώσεων, όπως για παράδειγμα τα αμφισβητούμενα ποσά που προκύπτουν από τον  ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975 ο οποίος έχει με επανειλημμένες αποφάσεις κριθεί ως μη νόμιμος… 

Για να είναι εφικτός ο λογιστικός  έλεγχος των ποσών που προέκυψαν  από τον  ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975,  θα πρέπει ο ανακόπτων να έχει στη διάθεσή του τα εξής στοιχεία:  α) το ισχύων ανά περίοδο επιτόκιο όταν αυτό συμφωνείται κυμαινόμενο και β) τα ποσά των τόκων που χρεώθηκαν σε κάθε περίοδο. Στη συνέχεια θα πρέπει να υπολογίσει τα ποσά των τόκων που ενσωματώνουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 και τέλος, προκειμένου να υπολογίσει τον παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς, να ανατρέξει στο επιτόκιο που ίσχυε ανά περίοδο ώστε με βάση το επιτόκιο αυτό να υπολογίσει τις χρεώσεις από τον ανατοκισμό της εισφοράς για κάθε περίοδο ξεχωριστά…  

Πως όμως θα μπορούσε να γίνει λογιστικός έλεγχος στις περιπτώσεις εκείνες που τα παραπάνω στοιχεία είτε δεν περιλαμβάνονται καθόλου, είτε περιλαμβάνονται εν μέρει στα έγγραφα που οι Τράπεζες προσκομίζουν ως σχετικά της αίτησης έγγραφα για την έκδοση διαταγής πληρωμής?

Έχω από αυτά την αίσθηση ότι η παραπάνω παράβαση αναστρέφει στην ουσία το βάρος απόδειξης, καθώς περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα σε βάρος του δανειολήπτη. Επισημαίνεται επίσης, ότι σύμφωνα με τον νόμο η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί όταν το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο. Συνεπώς το εκκαθαρισμένο της απαίτησης μιας διαταγής πληρωμής μετά την λανθασμένη έκδοσή της (ως προς το νόμιμο ποσό των χρημάτων που οφείλεται), επανακρίνεται από τον δικαστή της ανακοπής.

Ολόκληρο το κείμενο της 145/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, εδώ.